Η πρώτη διεθνής αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους, με σαφή γεωγραφικά όρια, μέσω του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου
Στις 3 Φεβρουαρίου 1830, στο Λονδίνο υπογράφηκε ένα έγγραφο που σηματοδότησε την πιο κρίσιμη διπλωματική νίκη του ελληνικού λαού έναν ολόκληρο αιώνα μετά τον σουλιώτικο αγώνα και εννέα χρόνια μετά τον πυροβολισμό του πολιορκημένου Μεσολογγίου. Το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας, όπως έμεινε γνωστό, ήταν η πρώτη επίσημη διεθνής πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα όχι ως αυτόνομη επαρχία υπό οθωμανική υπερκυριαρχία, αλλά ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος με όλα τα πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά δικαιώματα που εκπορεύονται από πλήρη ανεξαρτησία.
Οι τρεις Μεγάλες Δυνάμεις και η κατάρτιση της συμφωνίας
Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία δεν κινήθησαν με φιλελληνικό ζήλο. Η κάθε μία είχε τα δικά της γεωπολιτικά συμφέροντα. Η Μεγάλη Βρετανία φοβόταν τη ρωσική επέκταση προς το Αιγαίο και ένα ελληνικό κράτος που δεν θα ήταν υπό απόλυτη αγγλική επιρροή. Η Ρωσία, όπως φυσικό, θέλει να ενισχύσει τη δική της θέση στην ανατολική Μεσόγειο. Η Γαλλία απλώς αναζητούσε ισορροπία και σεβασμό στην ευρωπαϊκή ισχύ.
Τον Νοέμβριο του 1828, δύο χρόνια μετά τη διακοπή της Ελληνικής Επανάστασης από τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, οι Τρεις Δυνάμεις συμφώνησαν στη δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους που θα περιελάμβανε μόνον την Πελοπόννησο και τα νησιά των Κυκλάδων. Μια χώρα περιορισμένη, εκβιασμένη από τη γεωπολιτική λογική που δεν μπορούσε να αγνοήσει τις ανησυχίες του Θριάμβου της Βρετανίας σχετικά με τα Ιόνια νησιά, τα οποία παραμένουν ακόμη αγγλική προστασία.
Μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (1827) και τη σύγχρονη ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία στη Ρώσο-Οθωμανική Σύγκρουση, το κλίμα κατά των Τούρκων άλλαξε. Στις 3 Φεβρουαρίου 1830, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ανακηρύχθηκε επίσημα, και ο ελληνικός λαός απέκτησε κάτι που πολλές φορές θεώρησε ότι δεν θα έχει ποτέ: διεθνή νομιμοποίηση.
Σύνορα Εντάσεων: Αχελώος, Σπερχειός και το σκάνδαλο των αποκλειστικών εδαφών
Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου 1830 όρισε μία συνοριακή γραμμή που χαράσσονταν από τις εκβολές του ποταμού Αχελώου στη Δύση έως τις εκβολές του Σπερχειού στην Ανατολή, με τη γραμμή να ακολουθεί το όρος Οίτη και το κοιλάδα της Κοτούρης.
Στο νέο ελληνικό κράτος περιλαμβάνονταν:
- Η Πελοπόννησος
- Η Στερεά Ελλάδα (μόνο νότια της Αχελώου-Σπερχειού γραμμής)
- Οι Κυκλάδες
- Εύβοια και οι Σποράδες
Αλλά αυτό που εκ παραλήψεως δεν περιλαμβάνονταν ήταν ακόμη πιο σημαντικό από αυτό που περιλαμβάνονταν.
Η Κρήτη, που είχε εξεγερθεί με το κρητικό πνεύμα και είχε ήδη συμμετάσχει ενεργά στον αγώνα, παραμένει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παρομοίως, η Σάμος, η οποία είχε καταφέρει να αποδιώξει τους Τούρκους αποκλειστικά δικού της προσπάθειας και αίματος (ναυμαχία της Σάμου, Αύγουστος 1824), αποκλείεται επίσης από τα σύνορα του νέου κράτους.
Ο Κυβερνήτης της Ελλάδας, Ιωάννης Καποδίστριας, έδωσε αμέσως ένδειξη της δυσαρέσκειάς του. Σύμφωνα με αρχειακές μαρτυρίες και διπλωματικά έγγραφα, ο Καποδίστριας ήθελε τα σύνορα να περιλαμβάνουν την Θεσσαλία, τη Κρήτη και τη Σάμο, κάτι που θα αναβάθμιζε σημαντικά την ισχύ και τη δυνατότητα του κράτους. Ο αγώνας του Καποδίστρια για τη διεύρυνση των συνόρων έρχεται σε αντίθεση με τη σταθερή αγγλική αντίσταση, η οποία φοβόταν ότι ένα ισχυρό ελληνικό κράτος θα μπορούσε να απειλήσει τη βρετανική επιρροή στο Αιγαίο.
Η δραματική άρνηση του Λεοπόλδου
Ενώ οι Τρεις Δυνάμεις υπογράφαν το Πρωτόκολλο, είχαν ήδη έναν ηγεμόνα στο νου τους: τον πρίγκηπα Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ. Ο Λεοπόλδος ήταν μία λογική επιλογή—ούτε ρωσικής προέλευσης, ούτε αγγλικής ή γαλλικής, αλλά ενός ουδέτερου γερμανικού κρατιδίου. Αρχικά, φαίνεται ότι αποδέχθηκε την πρόταση.
Ωστόσο, ο Λεοπόλδος έκανε μία σημαντική απαίτηση. Ζήτησε τα χρήματα για την εξυπηρέτηση του νέου κράτους να αυξηθούν από 12 εκατομμύρια σε 60 εκατομμύρια δραχμές. Σημαντικότερα, απαίτησε τη συμπερίληψη της Κρήτης στα σύνορα του νέου κράτους.
Τι ακολούθησε ήταν ένα παράδειγμα διπλωματικής εκατάστασης. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, ειδικά η Μεγάλη Βρετανία, αρνήθησαν κατηγορηματικά τις ζητήσεις του. Αυτές έδειχναν προσπάθειες ισχυρογνωμοσύνης που δεν μπορούσαν να δεχθούν καθώς θα σημάτευαν ότι ο βασιλιάς τους θα κατείχε υπερβολική απαίτηση απέναντι στη διπλωματική κοινοτητα.
Στις 21 Μαΐου του 1830, ο Λεοπόλδος εγκατέλειψε τη θέση. Δεν εξέφρασε δημοσίως την ευαισθησία του—αλλά η ιστορία καταγράφει τη δική του εξήγηση. Θεώρησε ότι το ελληνικό κράτος ήταν πολύ επικίνδυνο, ασταθές και αχρησιμοποίητο για τις προσδοκίες του.
Ποιος είναι ο Όθωνας; Ένας 17χρονος Βαυαρός γίνεται Βασιλιάς
Μετά τη δραματική παραίτηση του Λεοπόλδου, οι Τρεις Δυνάμεις κλήθησαν να βρουν έναν κατάλληλο υποκατάστατο. Η επιλογή τους ήταν εντυπωσιακή: ο νέος πρίγκηπας Όθωνας των Wittelsbach της Βαυαρίας, μόλις 17 ετών και δευτερότοκος γιος του φιλέλληνα Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας.
Ο Όθωνας ήταν ένας νέος που δεν είχε στρατιωτική εμπειρία και, κυριότερα, δεν ήξερε τη ζωή του απλού κόσμου του ελληνικού πληθυσμού. Αν δεν ήταν για τη φιλελληνική διάθεση του πατέρα του Λουδοβίκου Α΄, ο Όθωνας δε θα είχε καμιά σχέση με την Ελλάδα. Ωστόσο, η πολιτική λογική υπερίσχυσε. Καμία από τις Τρεις Δυνάμεις δεν ήθελε ένα βασιλιά που θα ήταν εντελώς υπό την επιρροή κάποιας άλλης δύναμης. Ένας νέος Βαυαρός, ουδέτερος από πολιτικής απόψεως, φαίνεται ότι ήταν το μικρότερο κακό.
Στις 7 Μαΐου 1832, με τη Συνθήκη του Λονδίνου, ο Όθωνας ανακηρύχθηκε επισήμως ως βασιλιάς της Ελλάδος, αν και το κράτος ορίστηκε ως Βασίλειον της Ελλάδας και όχι ως Βασίλειον των Ελλήνων, μία λεπτή αλλά σημαντική διάκρισης που αποφυγή να προκαλέσει το Σουλτάνο υπονοώντας αξιώσεις του νέου κράτους επί εκατομμυρίων Ελλήνων που εξακολουθούσαν να ζουν υπό οθωμανικό ζυγό.
Ο Όθωνας έφτασε στη Ναύπλιο στις 6 Φεβρουαρίου 1833, συνοδευόμενος από 3,500 Βαυαρούς στρατιώτες και τρεις Βαυαρούς σύμβουλος. Σε εκείνο το σημείο, το ελληνικό κράτος ήταν χαοτικό. Ο Καποδίστριας, ο μόνος που είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει μία κεντρική διοίκηση, είχε ήδη φονευθεί.
Η πρώτη μειονοτική δέσμευση: Το θέμα των Καθολικών
Ένα λιγότερο γνωστό αλλά εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου ήταν η πρώτη διεθνή δέσμευση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους σχετικά με τα δικαιώματα μιας μειονότητας.
Στις Κυκλάδες και σε άλλα νησιά, υπήρχε μία σημαντική κοινότητα Καθολικών, κυρίως απόγονοι Βενετών και Γενοβέζων που είχαν εγκατασταθεί εκεί κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Η Σύρος, ιδιαίτερα, ήταν ένα κέντρο Καθολικής παρουσίας με αρκετές χιλιάδες ψυχές που λάτρευαν τον Κύριο σύμφωνα με τη ρωμαϊκή τυπική λατρεία.
Στη Διάσκεψη του Λονδίνου, οι Τρεις Δυνάμεις απαίτησαν και κατάφεραν να επιβάλουν ειδικές διατάξεις στο Πρωτόκολλο που να προστατεύουν τα δικαιώματα αυτών των Καθολικών. Συγκεκριμένα:
- Ελευθερία θρησκευτικής λατρείας: Οι Καθολικοί θα μπορούσαν να λατρεύουν ελεύθερα σύμφωνα με τη δική τους συνείδηση και τα δικά τους δόγματα.
- Διατήρηση θρησκευτικών κτιρίων: Τα καθολικά ναϊκά και τα θρησκευτικά κτίρια θα παραμένουν ακέραια και υπό τον έλεγχο των Καθολικών κοινοτήτων.
- Δικαιώματα των ιεραρχών: Οι Καθολικοί ιεράρχες (αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι) θα έχουν την ίδια καθιερωμένη εξουσία και τα ίδια προνόμια που είχαν στο παρελθόν.
- Ισότητα ενώπιον του νόμου: Όλοι οι θέματα του νέου κράτους, ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, θα έχουν πρόσβαση σε όλες τις δημόσιες θέσεις και θα τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης.
Αυτές οι διατάξεις αποτέλεσαν την πρώτη διεθνή αναγνώριση των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων σε ένα σύγχρονο εθνικό κράτος. Ήταν μία ιστορική προτεραιότητα που δείχνει πώς, ακόμη και από τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους, το θέμα των μειονοτήτων ήταν κεντρικό ζήτημα στη διεθνή διπλωματία.
Το νέο κράτος ήταν εξαιρετικά μικρό. Η απογραφή του 1828 έδειξε ότι ζούσαν 753.400 κάτοικοι στα εδάφη που περιλαμβάνονταν στο Πρωτόκολλο. Αν λάβουμε υπόψιν ότι κατά τον Αγώνα (1821) ο πληθυσμός υπολογιζόταν σε περίπου 938.765 κατοίκους, αυτό σημαίνει ότι τα 9 χρόνια πολέμου είχαν φέρει μια απώλεια περίπου 185.365 ψυχών—ένας κατάστροφικός πληθυσμιακός απολογισμός.
Η έκταση του κράτους ήταν μόνον 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ένα τρίτο της επιφάνειας της σημερινής Ελλάδας. Το κράτος ήταν φτωχό, ανεπτυγμένο και εξαιρετικά εξαρτημένο από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Σάμος και Κρήτη: Τα μεγάλα ερωτηματικά
Η αποκλεισμός της Σάμου και της Κρήτης δημιούργησε τρομερή δυσαρέσκεια στις νήσους. Η Σάμος, η οποία είχε κατακτήσει την ανεξαρτησία της με το δικό της αίμα, απορρίφθηκε από τη διεθνή κοινότητα και χωρίστηκε από τη μητέρα Ελλάδα.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας συμβιβασμός: η Σάμος έγινε ημιαυτόνομη Ηγεμονία (1834-1912) με τον Οργανικό Φιλόγραφο του 1832, μία κατάσταση που ήταν ούτε θητής ούτε κυρίαρχη. Η Κρήτη, από την άλλη, παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία για άλλα 83 χρόνια, μέχρι το 1913.
Αυτές οι αποκλεισμοί θα δημιουργούσαν το Ζήτημα της Μεγάλης Ιδέας—ένα ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα που θα ορισμα τη ελληνική εξωτερική πολιτική για τις επόμενες δεκαετίες και θα προκαλέσει καταστροφικές κρίσεις και συγκρούσεις.
Τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου 1830 αποτελούν μία τομή στην ελληνική ιστορία. Για πρώτη φορά, η Ελλάδα αναγνωρίστηκε διεθνώς ως ανεξάρτητο κράτος. Αλλά αυτή η αναγνώριση ήρθε με ένα τίμημα: τα σύνορα ήταν περιορισμένα, ο κόσμος μικρός και φτωχός, ο βασιλιάς ξένος και ανιστόρητος, και η εξουσία θα παραμένει υπό την επίβλεψη των Μεγάλων Δυνάμεων για δεκαετίες.
Η ένταξη προστασίας για τη Καθολική μειονότητα ήταν ένα σημαντικό πολιτικό πρωτόνευρό για το νέο κράτος, αν και η εφαρμογή του θα ήταν άνιση και υπόκεντρη σε πολιτικές πάλες.
