Το βλέμμα στην Ουάσιγκτον και στις κυρώσεις που έχει επιβάλλει το Κογκρέσο στην Τουρκία λόγω της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, στρέφει η Αθήνα μετά την εξαιρετικά θετική προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ στο αίτημα της Άγκυρας για επιστροφή στο πρόγραμμα των μαχητικών 5ης γενιάς F-35.
Αυτό φάνηκε από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη μετά το τέλος της συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όταν, ερωτηθείς σχετικά σημείωσε ότι «κάνω απλά μια πραγματολογική παρατήρηση, ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν σημαντικά νομικά εμπόδια στην αμερικανική νομοθεσία προκειμένου η Τουρκία να προμηθευτεί τα F-35, γιατί θυμίζω ότι ο λόγος για τον οποίο η Τουρκία είχε απομακρυνθεί από το πρόγραμμα των F-35 συνδεόταν με την αγορά του συστήματος S-400, ένα σύστημα το οποίο το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι είναι ευθέως ανταγωνιστικό προς το ίδιο το πρόγραμμα των F-35».
Παράλληλα ο πρωθυπουργός τόνισε ότι «αυτό το οποίο μπορώ να πω είναι ότι οι Έλληνες πιλότοι θα αρχίσουν μέσα στο 2027 να εκπαιδεύονται στα ελληνικά F-35 τα οποία, όπως γνωρίζετε, ήδη κατασκευάζονται και η αγορά τους έχει πρακτικά δρομολογηθεί. […] Κρατήστε το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει παραγγείλει τα δικά της F-35. Η Ελλάδα από το 2019, από τότε που έχω την τιμή να είμαι Πρωθυπουργός της χώρας, έχει ενισχύσει σημαντικά την αεροπορία της. Θέλω να θυμίσω ότι τότε παραλάβαμε ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των F-16 στην εκδοχή Viper το οποίο καρκινοβατούσε. Σήμερα το πρόγραμμα αυτό “τρέχει” με γρήγορους ρυθμούς. Έχουμε προμηθευτεί 24 υπερσύγχρονα Rafale, με πολύ γρήγορες διαδικασίες. Και προφανώς έχουμε ήδη μπει και συμμετέχουμε ενεργά στο πρόγραμμα των F-35».
Στην ουσία αυτή είναι και η βασική «γραμμή» της Αθήνας μπροστά στις υποσχέσεις που ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε στον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για το αίτημα της Άγκυρας για τα F-35: ότι οιαδήποτε προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου θα πρέπει να περάσει από το Κογκρέσο – το οποίο ενδεχομένως από τον Νοέμβριο θα είναι… εχθρικό – και ότι, την ίδια στιγμή, η Αθήνα έχει διασφαλίσει την αγορά τουλάχιστον 20 F-35 (με option για αλλά 20), κάτι που προς το παρόν της διασφαλίζει πλεονέκτημα στον αέρα.
Ωστόσο, αυτό που η Αθήνα παραδέχεται, έστω και αποκλειστικά σε ιδιωτικές συζητήσεις, είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ και ο ίδιος ο «πλανητάρχης» επιδιώκουν αναβαθμισμένο ρόλο για την Τουρκία στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου και ότι στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται να επιχειρήσουν να… λυγίσουν τους κανόνες για να εξυπηρετήσουν το στόχο αυτό. Άλλωστε, οι ίδιες πηγές υπενθυμίζουν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν, παρά τις κυρώσεις, πούλησε στην Τουρκία 40 σύγχρονα F-16 και κιτ αναβάθμισης για άλλα 80 παλιότερα μαχητικά. Ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης τόνισε, δε, ότι «δεν είναι η Ελλάδα αυτή η οποία θα υποδείξει στις ΗΠΑ σε ποιους θα πουλήσει ή δεν θα πουλήσει αμυντικά συστήματα».
Από εκεί και πέρα, η κυβέρνηση θεωρεί ότι ένα ισχυρό όπλο στη φαρέτρα των επιχειρημάτων της ειναι και το casus belli, στο οποίο ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε δύο φορές, προφανώς απευθυνόμενος τόσο στις ΗΠΑ όσο και στους λοιπούς συμμάχους του ΝΑΤΟ. Βέβαια, η ωμή απάντηση του Ερντογάν – «η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μου δεν γνωρίζει καν τι είναι το ζήτημα του casus belli. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι πρέπει να απασχολούμε τον λαό μας με αυτά τα θέματα. Και ήδη λέμε στους Έλληνες φίλους μας: ας μην επιβαρύνουμε ούτε τους Έλληνες πολίτες ούτε τους δικούς μας πολίτες με αυτό» – είναι ενδεικτική της προσέγγισης της Άγκυρας στο θέμα.
Αντιθέτως, έντονο προβληματισμό προκάλεσε η άμεση παρέμβαση του Τούρκου προέδρου στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, όταν επέκρινε τη στρατηγική συνεργασία της χώρας με το Ισραήλ. Στην Αθήνα η αποστροφή του Ερντογάν αντιμετωπίστηκε από τη μια ως άλλη μια ένδειξη ότι η Άγκυρα ενοχλείται από τη στενή συνεργασία της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ, αλλά από την άλλη ως μια εκδήλωση… αλαζονείας της Τουρκίας για το ρόλο που επιδιώκει να αναλάβει.
