Μια αύξηση 50 ευρώ στον μισθό δεν σημαίνει 50 ευρώ περισσότερα στην τσέπη. Το 2027 η διαφορά μπορεί να είναι μεγάλη: από τα 50 ευρώ της μεικτής αύξησης, ο εργαζόμενος θα βλέπει τελικά μόλις 36 έως 38 ευρώ στον λογαριασμό του, ενώ η επιχείρηση θα πληρώνει περισσότερα από 57 ευρώ.
Αυτή ακριβώς η «ψαλίδα» βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης για τους μισθούς της επόμενης χρονιάς και επαναφέρει στο τραπέζι μια διαφορετική λύση: τα κουπόνια σίτισης. Στην περίπτωση αυτή, 50 ευρώ κόστος για την επιχείρηση μπορούν να μεταφραστούν σε 50 ευρώ όφελος για τον εργαζόμενο.
Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς από την 1η Ιανουαρίου 2027 επανέρχεται στην πράξη ο λεγόμενος «φορολογικός πληθωρισμός». Εφόσον δεν υπάρξουν νέες αλλαγές στη φορολογική κλίμακα, οι ονομαστικές αυξήσεις των αποδοχών θα ανεβάζουν και την παρακράτηση φόρου. Έτσι, η ποσοστιαία αύξηση του φόρου μπορεί να είναι αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη του μισθού.
Με την ακρίβεια να εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά, το πραγματικό ερώτημα για το 2027 δεν είναι μόνο πόσο θα αυξηθούν οι μισθοί, αλλά πόσο από αυτή την αύξηση θα μείνει τελικά στην τσέπη.
Τι μένει από μια αύξηση 50 ευρώ
Το παράδειγμα ενός εργαζομένου με μεικτό μισθό 1.500 ευρώ δείχνει καθαρά το πρόβλημα. Με αύξηση 50 ευρώ, οι μεικτές αποδοχές ανεβαίνουν στα 1.550 ευρώ. Πρόκειται για αύξηση 3,33%, ποσοστό που θα μπορούσε να καλύψει οριακά έναν πληθωρισμό κοντά στο 3%.
Στην πράξη, όμως, τα 50 ευρώ μειώνονται σημαντικά μέχρι να φτάσουν στον εργαζόμενο.
Ένας εργαζόμενος άνω των 30 ετών χωρίς παιδιά, ο οποίος σήμερα λαμβάνει περίπου 1.165 ευρώ καθαρά, θα φτάσει στα 1.201 ευρώ. Δηλαδή, θα κερδίσει 36 ευρώ τον μήνα.
Εργαζόμενος άνω των 30 ετών με δύο παιδιά θα δει τις καθαρές αποδοχές του να ανεβαίνουν από 1.213 σε 1.251 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, από τα 50 ευρώ της αύξησης θα του μείνουν 38 ευρώ.
Με άλλα λόγια, περίπου το ένα τέταρτο της ονομαστικής αύξησης χάνεται πριν φτάσει στην τσέπη.
Ο μισθός +3,33%, ο φόρος έως +10,47%
Φόροι
Εδώ βρίσκεται και η παγίδα του «φορολογικού πληθωρισμού». Η φορολογική κλίμακα δεν αναμένεται να αλλάξει εκ νέου το 2027. Αυτό σημαίνει ότι όσο αυξάνονται οι ονομαστικές αποδοχές, αυξάνεται αυτομάτως και ο φόρος που παρακρατείται.
Για τον εργαζόμενο με δύο παιδιά, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η μηνιαία παρακράτηση ανεβαίνει από 86 σε 95 ευρώ. Για τον εργαζόμενο χωρίς παιδιά, αυξάνεται από 134 σε 145 ευρώ.
Έτσι, ενώ ο μεικτός μισθός ενισχύεται κατά 3,33%, ο φόρος αυξάνεται κατά 8,21% έως 10,47%.
Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση των καθαρών αποδοχών να περιορίζεται περίπου στο 3,1%. Εάν ο πληθωρισμός του 2027 κινηθεί κοντά σε αυτά τα επίπεδα, το πραγματικό κέρδος σε όρους αγοραστικής δύναμης γίνεται εξαιρετικά μικρό.
Τα 50 ευρώ κοστίζουν στην επιχείρηση 57,02 ευρώ
Υπάρχει όμως και η πλευρά του εργοδότη. Για έναν μεικτό μισθό 1.500 ευρώ, το συνολικό εργοδοτικό κόστος διαμορφώνεται σήμερα περίπου στα 1.826,85 ευρώ, μαζί με τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές.
Με την αύξηση του μισθού στα 1.550 ευρώ, το κόστος ανεβαίνει στα 1.883,87 ευρώ.
Άρα, για να δοθεί αύξηση 50 ευρώ μεικτά, η επιχείρηση πρέπει να διαθέσει επιπλέον 57,02 ευρώ κάθε μήνα. Και από αυτά ο εργαζόμενος θα πάρει τελικά 36 έως 38 ευρώ.
Η εικόνα θα ήταν ακόμη δυσμενέστερη χωρίς τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών που έχει δρομολογηθεί για το 2027 κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες για τον εργοδότη και άλλες 0,25 μονάδες για τον εργαζόμενο.
Γιατί μπαίνουν στο παιχνίδι τα κουπόνια σίτισης
Αυτή η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο τι πληρώνει η επιχείρηση και στο τι εισπράττει τελικά ο εργαζόμενος έχει οδηγήσει τους κοινωνικούς εταίρους να βάλουν στο τραπέζι, ενόψει και της ΔΕΘ, την αύξηση των περιθωρίων για κουπόνια σίτισης.
Η αριθμητική σε αυτή την περίπτωση είναι πολύ διαφορετική. Επιπλέον παροχή 50 ευρώ μέσω κουπονιών σημαίνει, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, 50 ευρώ κόστος για την επιχείρηση και 50 ευρώ όφελος για τον εργαζόμενο.
Συγκριτικά, λοιπόν:
Αύξηση μισθού 50 ευρώ: κόστος εργοδότη 57,02 ευρώ – καθαρό όφελος εργαζομένου 36-38 ευρώ.
Κουπόνια 50 ευρώ: κόστος εργοδότη 50 ευρώ – όφελος εργαζομένου 50 ευρώ.
Η διαφορά εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη πρόταση αποκτά υποστηρικτές στην αγορά.
Γιατί υπάρχουν αντιδράσεις
Η λύση των κουπονιών δεν είναι όμως χωρίς κόστος και παρενέργειες. Εάν χρησιμοποιηθούν αντί για μισθολογικές αυξήσεις, το Δημόσιο χάνει έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Ταυτόχρονα, τα συγκεκριμένα ποσά δεν αυξάνουν τις συντάξιμες αποδοχές, κάτι που σημαίνει μικρότερη μελλοντική ανταποδοτική σύνταξη για τον εργαζόμενο σε σχέση με μια κανονική αύξηση μισθού.
Επιπλέον, μια γενικευμένη διεύρυνση των κουπονιών στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσε να προκαλέσει αιτήματα για ανάλογες αυξήσεις και στους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ήδη λαμβάνουν αντίστοιχες παροχές.
Γι’ αυτό και από κυβερνητικής πλευράς διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στο ενδεχόμενο τα κουπόνια να λειτουργήσουν ως υποκατάστατο των πραγματικών αυξήσεων.
Η μάχη για τους μισθούς του 2027 μεταφέρεται επομένως από τα μεικτά στα καθαρά. Γιατί για τον εργαζόμενο που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος στέγασης, τροφίμων και καθημερινών αναγκών, το κρίσιμο δεν είναι τι γράφει η αύξηση στη μισθοδοσία, αλλά πόσα επιπλέον ευρώ μένουν τελικά διαθέσιμα κάθε μήνα.
