Σημαντική «ανάσα» στο αυξημένο κόστος στέγασης αναμένεται να λάβουν το επόμενο διάστημα περίπου 50.000 εκπαιδευτικοί, γιατροί και νοσηλευτές που υπηρετούν εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης, μέσω της επιστροφής ενοικίου που προωθεί η κυβέρνηση.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η σχετική νομοθετική ρύθμιση αναμένεται να κατατεθεί άμεσα στη Βουλή και θα προβλέπει την αναδρομική καταβολή ενός μηνιαίου ενοικίου για το 2024, με τις πρώτες πληρωμές να τοποθετούνται έως τις αρχές του καλοκαιριού. Παράλληλα, για τον Νοέμβριο του 2026 προγραμματίζεται η καταβολή δύο επιπλέον ενοικίων που θα αντιστοιχούν στις δαπάνες στέγασης του 2025.
Δικαιούχοι του μέτρου είναι εργαζόμενοι στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης που μισθώνουν κατοικία μακριά από τον τόπο μόνιμης διαμονής τους, με εξαίρεση όσους υπηρετούν σε Αττική και Θεσσαλονίκη. Συνολικά, προβλέπεται η επιστροφή τριών ενοικίων μέσα σε έναν χρόνο για κάθε δικαιούχο, στο πλαίσιο ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος και αντιμετώπισης των πιέσεων που προκαλεί το αυξημένο κόστος στέγασης στην περιφέρεια.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η ενίσχυση δίνεται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, με στόχο να λειτουργήσει ως κίνητρο τόσο για την παραμονή όσο και για την προσέλκυση προσωπικού σε απομακρυσμένες περιοχές. Το ύψος της επιστροφής καθορίζεται με βάση το ισχύον πλαίσιο που εφαρμόζεται από τον περασμένο Νοέμβριο.
Το ανώτατο ποσό της ενίσχυσης
Ειδικότερα, το ανώτατο ποσό για κύρια κατοικία ανέρχεται στα 800 ευρώ, με προσαύξηση 50 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο τέκνο. Ωστόσο, η καταβαλλόμενη ενίσχυση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/12 της συνολικής ετήσιας δαπάνης μίσθωσης που έχει δηλωθεί, ώστε να αντανακλά το πραγματικό μηνιαίο ενοίκιο.
Βασική προϋπόθεση αποτελεί η μισθωμένη κατοικία να βρίσκεται στην ίδια Περιφερειακή Ενότητα με τον τόπο εργασίας του δικαιούχου, διασφαλίζοντας ότι η επιδότηση συνδέεται άμεσα με τη στεγαστική ανάγκη. Για να λάβει κάποιος το ανώτατο ποσό, θα πρέπει το μηνιαίο ενοίκιο που κατέβαλλε το 2024 ή το 2025 να υπερέβαινε τα 800 ευρώ και να καταβαλλόταν σε σταθερή βάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε περιπτώσεις διαδοχικών μισθώσεων, η ενίσχυση θα υπολογίζεται βάσει του συνολικού ποσού που έχει καταβληθεί για ενοίκια.
Η διαδικασία πληρωμής προϋποθέτει την υποβολή της δήλωσης μίσθωσης στην ΑΑΔΕ, καθώς και την αναγραφή του σχετικού αριθμού στη φορολογική δήλωση. Σε περίπτωση που δεν έχει δηλωθεί, η φορολογική διοίκηση θα προχωρά σε διασταυρώσεις στοιχείων μέσω του αριθμού παροχής ρεύματος, ώστε να διασφαλιστεί η καταβολή της ενίσχυσης στους δικαιούχους. Το τελικό ποσό θα προκύπτει με βάση το υψηλότερο ποσό μεταξύ του δηλωθέντος μισθώματος και αυτού που αναγράφεται στις φορολογικές δηλώσεις των ιδιοκτητών.
