Μια σπάνια δημόσια απολογία προς την Αναστασία Ισαάκ, την κόρη του δολοφονημένου Τάσου Ισαάκ, απηύθυνε ο Τουρκοκύπριος ακαδημαϊκός και πρώην ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, Νιαζί Κιζίλγιουρεκ.
Με αφορμή τη συμπλήρωση σχεδόν τριών δεκαετιών από τις τραγικές ημέρες του Αυγούστου του 1996, ο Κιζίλγιουρεκ τοποθετήθηκε για τις δολοφονίες των δύο Ελληνοκυπρίων στη Δερύνεια, του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού, εκφράζοντας την έντονη συναισθηματική φορτιση και τη ντροπή που βίωσε.
Ο πρώην ευρωβουλευτής θυμάται τις στιγμές που παρακολουθούσε, από τηλεοπτικό στούντιο στη Λευκωσία, με τη ζωντανή μετάδοση του λιντσαρίσματος του 24χρονου Τάσου Ισαάκ στη νεκρή ζώνη.
Όπως εξηγεί, ο Ισαάκ εγκλωβίστηκε στα συρματοπλέγματα στην προσπάθειά του να προστατεύσει άλλον διαδηλωτή, για να δεχθεί στη συνέχεια θανατηφόρα χτυπήματα από μέλη των «Γκρίζων Λύκων» και στελέχη του κατοχικού καθεστώτος.
Ο κ. Κιζίλγιουρεκ αναφέρει ότι αποχώρησε συντετριμμένος, νιώθοντας βαθιά ντροπή ως Τουρκοκύπριος, καθώς οι δράστες παρουσίαζαν τις απάνθρωπες πράξεις τους ως ενέργειες που γίνονταν εκ μέρους ολόκληρης της κοινότητας.
Η εν ψυχρώ δολοφονία του Σολωμού
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 14 Αυγούστου, ακολούθησε η δολοφονία του 26χρονου Σολωμού Σολωμού, συγγενή του Ισαάκ. Ο Σολωμού πυροβολήθηκε θανάσιμα την ώρα που προσπαθούσε να κατεβάσει την τουρκική σημαία από φυλάκιο, μια σκηνή που επίσης καταγράφηκε από τον τηλεοπτικό φακό και προκάλεσε παγκόσμιο σοκ.
Καταγγελίες για οργανωμένο σχέδιο και εκφοβισμό
Στη δημόσια παρέμβασή του, ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ κάνει λόγο για μια προσχεδιασμένη «τελετουργία θανάτου» με την εμπλοκή των κατοχικών Αρχών. Ισχυρίζεται ότι ακροδεξιές ομάδες είχαν μεταφερθεί ειδικά από την Τουρκία για να χτυπήσουν τους διαδηλωτές, ενώ αποκαλύπτει ότι οι Τουρκοκύπριοι δημοσιογράφοι είχαν δεχθεί απειλές και οδηγίες να μην καταγράψουν τις βιαιότητες.
Παράλληλα, ασκεί δριμεία κριτική στον τότε Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς, για την κάλυψη που παρείχε στους δράστες, καθώς και στην τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ για τις εμπρηστικές δηλώσεις της που πυροδότησαν το κλίμα.
Η ορφανή Αναστασία και η δικαστική δικαίωση
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην κόρη του Τάσου Ισαάκ, Αναστασία, η οποία γεννήθηκε λίγο μετά τον χαμό του πατέρα της. Ο πρώην ευρωβουλευτής υπογραμμίζει πως, παρότι στην περιοχή δεν συνηθίζεται η κουλτούρα της συγγνώμης, θεωρεί ηθικό χρέος όλων να ζητήσουν συγγνώμη τουλάχιστον από αυτό το παιδί.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Τουρκία το 2008 για τις δύο δολοφονίες. Ωστόσο, τρεις δεκαετίες μετά, οι υπαίτιοι παραμένουν ασύλληπτοι και τα διεθνή εντάλματα σύλληψης δεν έχουν εκτελεστεί.
Ολόκληρη η δήλωση του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ
«Το καλοκαίρι που δολοφονήθηκαν ο Τάσος και ο Σολωμός ένιωσα μεγάλη ντροπή!
Εκείνο το καλοκαίρι, πρώτα δολοφονήθηκε ο Κουτλού Ανταλί. Στη συνέχεια, οι φρικτές πράξεις βίας που διαδέχονταν η μία την άλλη έκαναν τον καυτό, κιτρινισμένο Αύγουστο του 1996 να μείνει στην ιστορία ως ένας κατάμαυρος μήνας.
Εκείνον τον Αύγουστο, Ελληνοκύπριοι μοτοσικλετιστές στην περιοχή της Δερύνειας κατάφεραν να ξεφύγουν από τους στρατιώτες του ΟΗΕ και μπήκαν στη νεκρή ζώνη. Άρχισαν να προχωρούν προς τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τους «πλήρως εξοπλισμένους πολίτες» που βρίσκονταν απέναντί τους.
Αφού πλησίασαν αρκετά, άρχισαν να τρέχουν προς τα πίσω, αλλά μπλέχτηκαν στα συρματοπλέγματα. Άνδρες με ρόπαλα που έτρεχαν πίσω τους χτυπούσαν τους Ελληνοκύπριους μέχρι θανάτου.
Ήταν μια φρικιαστική εικόνα.
Ένας νεαρός άνδρας, που είχε μπλεχτεί στα συρματοπλέγματα και δεν μπορούσε να ξεφύγει, λιντσαριζόταν με ρόπαλα.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν ζωντανά αυτή τη σκηνή αγριότητας.
Τρεις ημέρες αργότερα έγινε η κηδεία του Τάσου Ισαάκ. Η κηδεία, που πραγματοποιήθηκε μέσα σε βαθιά σιωπή και μαύρη θλίψη, επρόκειτο να τελειώσει με μια τρομακτική σκηνή.
Ο Σολωμός Σολωμού, συγγενής του Τάσου, μετά την κηδεία ενώθηκε με μια ομάδα που κινήθηκε προς τον βορρά και έφτασε στο βόρειο άκρο της νεκρής ζώνης.
Με ένα τσιγάρο στο στόμα, άρχισε να σκαρφαλώνει στον ιστό όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία.
Οι τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδιδαν και πάλι ζωντανά.
Ξαφνικά, ο Σολωμός γλίστρησε προς τα κάτω από τον ιστό στον οποίο είχε σκαρφαλώσει και σωριάστηκε στο έδαφος. Ο νεαρός άνδρας είχε πέσει νεκρός από πυρά που ανοίχθηκαν από τον βορρά, σαν πουλί που το πυροβολούν στο κυνήγι.
Εκείνο το καλοκαίρι έριξαν αλάτι στις πληγές των Ελληνοκυπρίων.
Η «τελετουργία θανάτου» στη Δερύνεια είχε οργανωθεί από τις επίσημες αρχές. Στο νησί είχαν μεταφερθεί βίαιες «εθνικιστικές» ομάδες ως μέτρο εναντίον των Ελληνοκύπριων διαδηλωτών. Οι δημοσιογράφοι που συγκεντρώθηκαν στις 11 Αυγούστου μπροστά από το Τουρκοκυπριακό Γραφείο Πληροφοριών είχαν προειδοποιηθεί εκ των προτέρων: «Αυτή είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Σήμερα δεν μπορείτε να γράψετε όλα όσα βλέπετε ούτε να φωτογραφίσετε όλα όσα βλέπετε. Μην ξεχνάτε ότι έχουμε καταγεγραμμένα τα ονόματα όλων σας».
Οι δημοσιογράφοι θα καταλάβαιναν τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα λόγια όταν έφταναν στην περιοχή των επεισοδίων. Ένας δημοσιογράφος, βλέποντας ανθρώπους να περιφέρονται κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός κρατώντας σημαίες με τις τρεις ημισελήνους, ρόπαλα και κυνηγετικά όπλα, ρώτησε:
-«Τι συμβαίνει, έχουμε κυνήγι;»
-«Σήμερα επιτρέπεται κάθε είδους κυνήγι», πήρε για απάντηση.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι ο Ντενκτάς, μετά την άγρια δολοφονία του Τάσου Ισαάκ-, φιλοξένησε στο προεδρικό του μέγαρο όσους είχαν κουραστεί από το «κυνήγι», τους πρόσφερε λεμονάδα για να δροσιστούν και, μέσα σε συνθήματα «Μπασμπούγ Ντενκτάς» («Αρχηγέ Ντενκτάς»), δήλωσε με θράσος στον Τύπο:«Εμείς δεν θα σας δώσουμε τη γη μας!»
Εκείνο το καλοκαίρι, ως άνθρωπος πονούσε η συνείδησή μου και ως Τουρκοκύπριος ένιωσα ντροπή.
Γιατί οι δολοφόνοι ενεργούσαν στο όνομα όλων των Τουρκοκυπρίων.
Ξέρω καλά ότι σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει κουλτούρα απολογίας. Όμως, όταν σκοτώθηκε ο Τάσος Ισαάκ, η κόρη του βρισκόταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας της. Πιστεύω ότι είναι χρέος όλων μας να ζητήσουμε συγγνώμη – τουλάχιστον από το ορφανό κορίτσι που ήρθε στον κόσμο με το όνομα Αναστασία».
