Αντιφασιστική συγκέντρωση για τον Παύλο Φύσσα σήμερα στη Λιβαδειά

18 Σεπτέμβρη — Δεν ξεχνάμε τον Παύλο Φύσσα
Δεκατρία χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η 18η Σεπτεμβρίου δεν είναι μια επέτειος σαν όλες τις άλλες. Είναι ένας σταθμός στη διαρκή μάχη απέναντι στον φασισμό. Γιατί ο φασισμός δεν εμφανίζεται από το πουθενά ούτε ξεκινά από τη στιγμή που σηκώνεται ένα μαχαίρι. Αποκτά χώρο όταν ο ρατσισμός κανονικοποιείται, όταν η μισαλλοδοξία βαφτίζεται «άποψη» και όταν η ακροδεξιά παρουσιάζεται ως μια ακόμη «φυσιολογική» πολιτική δύναμη.
Η δολοφονία του Παύλου δεν μπορεί να αποκοπεί από την ιστορία και τη δράση της Χρυσής Αυγής. Στις 4 Μαρτίου 2026, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων, σε δεύτερο βαθμό, έκρινε τη
Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση, ενώ στελέχη της καταδικάστηκαν για τη
διεύθυνση ή τη συμμετοχή σε αυτή. Η Χρυσή Αυγή προσπάθησε να εμφανιστεί ως «αντισυστημική» δύναμη, ως δήθεν αντίπαλος του πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου. Πίσω όμως από αυτή την προπαγάνδα υπήρχε μια οργάνωση με ναζιστική ιδεολογία, ιεραρχική δομή και τάγματα εφόδου, που στρέφονταν με βία εναντίον μεταναστών, αντιφασιστών και εργαζομένων.
Η περίφημη «αντισυστημικότητά» τους είχε σαφή όρια. Δεν στρεφόταν απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, αλλά απέναντι σε όσους θεωρούσαν εχθρούς τους. Την ίδια στιγμή που εμφανίζονταν ως «τιμωροί του συστήματος», επιτίθενταν σε ανθρώπους που πάλευαν για τα δικαιώματά τους. Και ενώ στους δρόμους τα τάγματα εφόδου ασκούσαν βία, μέσα στους θεσμούς υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας με ανθρώπους της εξουσίας. Η γνωστή συνομιλία του Ηλία Κασιδιάρη με τον τότε γενικό γραμματέα της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκο, μέσα στη Βουλή το 2014, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από τον μύθο της «αντισυστημικής» δύναμης. Και αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες παγίδες της ακροδεξιάς: να παρουσιάζεται ως η «φωνή του λαού» την ώρα που στρέφεται εναντίον του ίδιου του λαού. Να φορά τον μανδύα της εξέγερσης, ενώ καλλιεργεί τον φόβο, τον διαχωρισμό και την υποταγή.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η δημόσια δήλωσή του ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή» κάνουν ακόμη πιο επίκαιρη τη συζήτηση για την επιστροφή προσώπων και αντιλήψεων που συνδέθηκαν με τη Χρυσή Αυγή.
Την ίδια στιγμή, η ακροδεξιά επιχειρεί ξανά να εμφανιστεί ως «αντισυστημική» και να εκμεταλλευτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια, την ανασφάλεια και την απογοήτευση. Δεν περιορίζεται πλέον μόνο σε οργανώσεις και κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ανοιχτά ως φασιστικά. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ακροδεξιές δυνάμεις έχουν ενισχυθεί εκλογικά, ενώ ζητήματα και ρητορικές τους έχουν μετακινηθεί στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Ο λόγος που στοχοποιεί μετανάστες, πρόσφυγες, μειονότητες και κοινωνικές ομάδες μπορεί έτσι να εμφανίζεται ως κάτι «συνηθισμένο», ακόμη και όταν αναπαράγει διαχωρισμούς, αποκλεισμούς και στερεότυπα.
Η ρητορική μπορεί να αλλάζει, όμως η λογική του «εμείς και οι άλλοι» παραμένει: μετανάστες και πρόσφυγες ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, κοινωνικές ομάδες ως στόχοι, δικαιώματα ως «προνόμια» και η αλληλεγγύη ως αδυναμία.
Αυτό είναι και το επικίνδυνο σημείο της σημερινής συγκυρίας: η κανονικοποίηση της ακροδεξιάς. Όταν ο ρατσισμός παρουσιάζεται ως «ρεαλισμός», η ξενοφοβία ως «αγωνία», η μισαλλοδοξία ως «άποψη» και η πολιτική βία ως κάτι που πρέπει απλώς να ανεχτούμε. Όταν η βία δικαιολογείται ως «αντίδραση» και ο φασιστικός λόγος αποσυνδέεται από την ιστορία του και τις συνέπειές του, τότε η ακροδεξιά παρουσιάζεται ως μια δήθεν αυθεντική μορφή λαϊκής αγανάκτησης.
Γιατί ο φασισμός δεν ξεκινά απαραίτητα με μια δολοφονία. Ξεκινά όταν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια γίνεται διαπραγματεύσιμη. Όταν κάποιοι άνθρωποι παρουσιάζονται ως λιγότερο άνθρωποι. Όταν ο αποκλεισμός βαφτίζεται λύση και η βία δικαιολογείται ως αναγκαία.
Δεν υπάρχει περιθώριο εφησυχασμού. Η δικαστική καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης ήταν μια σημαντική εξέλιξη, αλλά δεν σημαίνει ότι η φασιστική απειλή εξαφανίστηκε. Οι δικαστικές αποφάσεις είναι αναγκαίες, όμως δεν μπορούν από μόνες τους να αντιμετωπίσουν την κανονικοποίηση του ρατσισμού, τη διάδοση της ακροδεξιάς ρητορικής και τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτές οι αντιλήψεις μπορούν να ξαναβρούν χώρο.
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο ένα ζωντανό, μαζικό και οργανωμένο αντιφασιστικό κίνημα. Ένα κίνημα παρόν στους δρόμους, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στις σχολές. Ένα κίνημα που δεν θα περιμένει την επόμενη επίθεση για να αντιδράσει, αλλά θα στέκεται καθημερινά απέναντι στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία, τον αποκλεισμό και την προσπάθεια κανονικοποίησης της ακροδεξιάς.
Δεν ξεχνάμε τη Χρυσή Αυγή και την εγκληματική της δράση. Δεν ξεχνάμε τους ανθρώπους που δέχτηκαν τις επιθέσεις της. Δεν ξεχνάμε τον Παύλο Φύσσα.
Την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου, στις 7 το απόγευμα, συναντιόμαστε στην Πλατεία Εθνικής Αντιστάσεως στη Λιβαδειά, στην αντιφασιστική συγκέντρωση.
Για τον Παύλο Φύσσα.
Για κάθε άνθρωπο που έγινε στόχος της φασιστικής βίας.
Για να μην κανονικοποιηθεί ξανά ο φασισμός.
Δεν ξεχνάμε. Δεν σιωπούμε. Δεν τους αφήνουμε να ξεχαστούν.

Αντιφασίστριες / Αντιφασίστες στη Λιβαδειά

Leave a Comment