Γιατί οι κάτοικοι της Ελλάδας διατήρησαν το όνομα Ρωμαίοι; – Τι συνέβαινε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας; – Το Σύνταγμα της Επιδαύρου και η καθιέρωση των όρων «Ελληνισμός» και «Έλληνας»;
Ένα από τα θέματα που απασχολούν, όπως έχουμε αντιληφθεί από τα σχόλια, τους αναγνώστες και πολλούς ακόμα, όπως διαπιστώνουμε σε συζητήσεις μας είναι το όνομα «Έλληνες» στο πέρασμα των αιώνων. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι γραφικοί σχολιαστές εδώ που αναφέρουν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουμε καμία σχέση με τους αρχαίους, κάνουν λόγο για «Γραικούς», «Ρωμαίους» ή «Ρωμιούς» κ.λπ. Ιδιαίτερο
ενδιαφέρον έχει όσα γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος στη μνημειώδη «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ» και τα εντοπίσαμε στον 17ο τόμο της, που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κάκτος το 1993.

Εκεί (σελ.346-351) δίνει μια αναλυτική εξήγηση για την «πορεία» στο πέρασμα των αιώνων του ονόματος «Έλληνες» και δίνει απαντήσεις στο «γιατί για κάποιους αιώνες το όνομα αυτό είχε μείνει στο περιθώριο», πότε εμφανίστηκε εκ νέου στο προσκήνιο και αν οι Έλληνες ή οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν το κράτος που δημιουργήθηκε το 1830 θα λάμβανε το όνομα Ελλάς – Ελλάδα και όχι κάποιο άλλο.
Το όνομα Έλληνες στην αρχαιότητα
Σύμφωνα με το ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ του FRANCO MONTANARI, η λέξη Έλληνες υπάρχει στην «Ιλιάδα» (2,684), όπου δηλώνει μια θεσσαλική φυλή, ενώ στην Καινή Διαθήκη (Πράξεις των Αποστόλων 14.1) και τις «Επιστολές» του αυτοκράτορα Ιουλιανού (361-363), δηλώνει τους Εθνικούς και τους ειδωλολάτρες.
Δεν είναι γνωστό από πότε το όνομα Έλληνες χρησιμοποιήθηκε ως εθνικό, ούτε με ποιον τρόπο διαδόθηκε και επιβλήθηκε. Όπως αναφέραμε ο Όμηρος ονόμαζε Έλληνες τους κατοίκους μιας μικρής περιοχής στη Θεσσαλική Φθία, οι οποίοι ονομάζονταν και Μυρμιδόνες. Ο μεγάλος επικός ποιητής χρησιμοποιεί ως εθνικά τα ονόματα Αργείοι, Δαναοί, Αχαιοί, Παναχαιοί και Πανέλληνες ή Πανελλάνες, λέξη που δείχνει ότι όλοι αυτοί είχαν κάτι κοινό. Σύμφωνα με μια θεωρία, το όνομα προέρχεται από τα πανάρχαια κοινά ιερά (ίσως του Δία στη Δωδώνη), όπου αρχικά δήλωνε όσους μετείχαν σε αυτά.

Βαθμιαία, επεκτάθηκε από τη Θεσπρωτία, τη Θεσσαλία και τη Φθιώτιδα, προς τον βορρά και τον νότο. Στα χρόνια του μεγάλου αποικισμού, όταν είχε αποκρυσταλλωθεί η έννοια της εθνικής ενότητας και έπρεπε να τονιστεί η αντίθεση με τον βαρβαρικό κόσμο χρησιμοποιήθηκε για το σύνολο όσων μιλούσαν τις διάφορες διαλέκτους της Ελληνικής και λάτρευαν το δωδεκάθεο του Ολύμπου. Πιθανότατα αρχικά σήμαινε τους ανθρώπους ή λαούς που ήταν συνενωμένοι γύρω από ένα ιερό, αποτελούσαν δηλαδή αμφικτιονία και θεωρούνταν πολιτισμένοι. Οπότε, μάλλον το «Έλληνες» συνδέεται με το Ελλοί – Σελλοί, που κατά τον Ησύχιο, δήλωνε τους αυτόχθονες (ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ, τόμος 23).

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, στο «Λεξικό Κυρίων Ονομάτων», έκδοση του ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ πιθανολογεί την προέλευση της λέξης Έλληνες, από τους Έλλοπες, που κατοικούσαν κοντά στο μαντείο της Δωδώνης. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης θεωρεί πατρίδα των Ελλήνων, τη Δωδώνη. Δέχεται επίσης πιθανή προέλευσή της από τις λέξεις Σελλοί-Ελλοί.
Χριστιανισμός και «Έλληνες»
Όπως αναφέραμε και παραπάνω στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, η λέξη Έλληνας ήταν συνώνυμη της λέξης ειδωλολάτρης. Μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο, με εξαίρεση τα χρόνια του Ιουλιανού, ο Χριστιανισμός άρχισε να κερδίζει έδαφος και στα χρόνια του Μεγάλου Θεοδοσίου (379-395) έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους. Η αρχαία θρησκεία απαγορεύτηκε και οι Χριστιανοί, οι οποίοι είχαν υποστεί ανελέητους διωγμούς ως τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα προέβησαν σε ακρότητες, καταστρέφοντας αρχαίους ναούς, αλλά ακόμα και σε δολοφονίες… Από τον 4ο αιώνα η Χριστιανική Εκκλησία αποδοκίμασε το όνομα των Ελλήνων. Χάρη στην Εκκλησία όμως, ο Ελληνισμός αναμορφώθηκε και επικράτησε στην Κωνσταντινούπολη.
Έτσι, το ελληνικό έθνος αν και μιλούσε την Ελληνική γλώσσα, δεχόταν την ελληνική παιδεία και ζούσε πάντα μέσα σε ελληνικές συνήθειες και παραδόσεις δεν θέλησε να έρθει σε ρήξη με την Εκκλησία και εξακολουθούσε να κυβερνά την Ανατολή με τον τίτλο των Ρωμαίων, «θυσιάζοντας το όνομα για το αντικείμενο», γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος. Όταν όμως εξαλείφθηκε η ειδωλολατρία, καταπολεμήθηκαν οριστικά οι αιρέσεις κι εξουδετερώθηκαν οι λόγοι για τους οποίους η Εκκλησία είχε ταχθεί ενάντια στον Ελληνισμό, οι σπουδαιότεροι λόγιοι, όπως ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, η Άννα Κομνηνή, ο Ευστάθιος, οι Χωνιάτες, ο Καντακουζηνός, ο Χαλκοκονδύλης, ο Γεμιστός, ο Φραντζής και άλλοι άρχισαν να αποκαλούν το ελληνικό έθνος με το πραγματικό του όνομα.

Μάλιστα, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, που θεωρείται από πολλούς ως ο πρώτος Νεοέλληνας ιστορικός, δεν διστάζει να ονομάσει «Ελλήνων βασιλείς» τους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης. Αλλά και στον κυρίως ελλαδικό χώρο, όταν τον 13ο αιώνα, ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός ύψωσε στην Ήπειρο, τη σημαία του ξεσηκωμού ενάντια στους Φράγκους και ίδρυσε κράτος που περιλάμβανε επίσης τη Θεσσαλία, την Ακαρνανία και την Αιτωλία, αυτοανακηρύχθηκε «Δεσπότης της Ελλάδας». Ας μην ξεχνάμε ότι και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μιλώντας στους συμπολεμιστές του τις παραμονές της άλωσης, τους παρότρυνε να πολεμήσουν σαν απόγονοι των Ελλήνων, για να υπερασπιστούν την Πόλη, που ήταν «ελπίδα και χαρά» όλων των Ελλήνων. Ο μεσαιωνικός ελληνισμός ήταν πολύ δύσκολο να αποβάλει άμεσα την μακροχρόνια συνήθεια, να έχει το όνομα Ρωμαίοι. Αυτό συνέβαινε και με τους κατοίκους της κυρίως Ελλάδας.
Ο Παπαρρηγόπουλος θεωρεί ότι πιθανότατα διέσωσαν το όνομα «Έλληνες» μέχρι τον 6ο-7ο αιώνα. Τον 8ο αιώνα ονομάζονταν Ελλαδικοί. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Στρατηγού – Τουρμάρχη του Ελλαδικού Θέματος Αγαλλιανού, ο οποίος ήταν εικονόφιλος και ως επικεφαλής του στόλου του Θέματος έφτασε στα τείχη της Κωνσταντινούπολης το 727 μ.Χ. Το υγρόν πυρ όμως, το θαυματουργό όπλο των Βυζαντινών, του αυτοκρατορικού στόλου (αυτοκράτορας τότε ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος) έκαψε τα ελλαδικά πλοία.

Ο Αγαλλιανός αυτοκτόνησε και πολλά μέλη των πληρωμάτων πνίγηκαν. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, τον 10ο αιώνα, ονομάζει τους Έλληνες Γραικούς. Και η λέξη αυτή είναι ελληνική, πανάρχαια. Ενδεικτικά γράφουμε ότι την παραθέτει ο Αριστοτέλης στα «Μετεωρολογικά» και σήμαινε αρχικά όσους κατοικούσαν στην περιοχή της Δωδώνης. Ίσως συνδέεται με το επίθετο που συναντάμε στη φράση «γη Γραϊκή»(Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ). Επανερχόμενοι στους Έλληνες του 8ου αιώνα, τελικά υιοθέτησαν κι αυτοί το όνομα Ρωμαίοι. Τουλάχιστον δύο μεγάλα ποιήματα του 14ου και του 15ου αιώνα, «Τα Χρονικά των πολέμων των Φράγκων στο Μοριά», και ο «Θρήνος της Κωνσταντινούπολης» αποκαλούν τους κατοίκους των ελληνικών περιοχών Ρωμαίους ή Ρωμιούς ή απλά Χριστιανούς.
Από τους «Ρωμαίους» στους «Έλληνες»
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατήρησε την προηγούμενη κατάσταση των κατακτημένων κατοίκων της, με μόνο όρο την απόλυτη υποδούλωσή τους και εξακολούθησε να τους ονομάζει Ρωμαίους. Αλλά η Εκκλησία επέμεινε στην προσωνυμία αυτή. Γιατί όμως; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τηρώντας αυτή τη στάση διαιώνιζε το παλιό καθεστώς, γιατί με το όνομα των Ρωμαίων εξακολουθούσαν να υπάγονται στη δικαιοδοσία του , όχι μόνο οι Ελληνόφωνοι Χριστιανοί, αλλά και όλες οι άλλες χριστιανικές φυλές που, κάτω από την κοινή επωνυμία Ρωμαίοι υπάγονταν ανέκαθεν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Κι ενώ το όνομα αυτό καθιερωνόταν όλο και περισσότερο στην πολιτική και την εκκλησιαστική γλώσσα, λόγω της αμάθειας που επικρατούσε και καθώς οι σημαντικότεροι λόγιοι του έθνους που είχαν αρχίσει να προβάλλουν το όνομα «Έλληνες» εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Ευρώπη, στην υπόδουλη χώρα, αυτό δεν ακουγόταν πουθενά. Κατά τον 17ο και τον 18ο άρχισε η πνευματική αναβίωση του έθνους με την ίδρυση δεκάδων Σχολών, από τη Δημητσάνα μέχρι την Αδριανούπολη και από το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου μέχρι τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας αναζωπυρώθηκε η λαχτάρα και η μνήμη του ονόματος «Έλληνες». Ωστόσο, τα ονόματα Γραικοί και Ρωμαίοι (ή Ρωμιοί) παρέμεναν στο προσκήνιο…

Από το 1790 ως την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους
Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν από το τέλος του 18ου αιώνα δειλά δειλά… Το 1790 τρεις αντιπρόσωποι του έθνους υπέβαλαν στη Μεγάλη Αικατερίνη αίτημα να στείλει τον εγγονό της Κωνσταντίνο σαν αυτοκράτορα, δεν εμφανίστηκαν σαν Ρωμαίοι ή Χριστιανοί, αλλά σαν «Έλληνες, απόγονοι των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων». Λίγο αργότερα όμως, το 1792 ο ηρωικός Λάμπρος Κατσώνης διαμαρτυρόμενος για τη Συνθήκη που υπέγραψαν οι Ρώσοι με τους Οθωμανούς χρησιμοποιεί ξανά τη λέξη «Ρωμαίοι». Ο Ρήγας Φεραίος, στον περίφημο «Θούριο» μιλάει για Γραικούς. Αντίθετα, σε άλλα έργα του, όπως το «Δεύτε Παίδες των Ελλήνων» παρασύρεται από το ρεύμα που δημιούργησε η νεότερη παιδεία.

Τέλος, σε άλλο έργο του επανέρχεται στη λέξη «Ρωμιοί». Το ίδιο συμβαίνει και με τον βασικό υπέρμαχο της αναζωπύρωσης του εθνικού φρονήματος, τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος ταλαντεύεται για αρκετό διάστημα ανάμεσα σε Έλληνες και Γραικούς. Όπως γράφει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Τελικά η κοινή συνείδηση έκρινε και αυτό, όπως και πολλά άλλα ζητήματα, πιο σοφά κι από τους σοφότερους άνδρες. Η Α’ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου (20 Δεκεμβρίου 1821 – 15 Ιανουαρίου 1822)στην οποία οι αντιπρόσωποι όλων των ελληνικών περιοχών ψήφισαν το πρώτο τους πολίτευμα έγραψαν σ’ αυτό ότι «… το ελληνικό έθνος κηρύσσει σήμερα, με τους νόμιμους αντιπροσώπους του που συγκεντρώθηκαν σε εθνική συνέλευση, την πολιτική του ύπαρξη και ανεξαρτησία μπροστά στον Θεό και τους ανθρώπους».

Τέλος, στο πρώτο άρθρο του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830 με το οποίο αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία της χώρας μας αναφέρονται τα εξής: «Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν Κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρε όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά τα προσπεφυκότα (αυτά που συναρτώνται) εις εντελή ανεξαρτησία». Και στα υπόλοιπα δέκα άρθρα όμως του Πρωτοκόλλου χρησιμοποιούνται αποκλειστικά οι όροι «Ελλάδα» και «Ελληνικός, -κή, -κό».Αυτή είναι η ηχηρή απάντηση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, του Νεοέλληνα ιστορικού, που μαζί με τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο θεμελίωσαν και απέδειξαν τη συνέχεια του Ελληνισμού, σε όσους υποστηρίζουν με έωλα ή ανύπαρκτα επιχειρήματα, ότι στη σημερινή Ελλάδα κατοικούν κάποιοι που δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Έλληνες.

Όσο για τη γλώσσα, στην οποία αναφέρονται πολλοί στα σχόλιά τους, ταυτόχρονα με την πνευματική αναγέννηση του έθνους που ξεκίνησε τον 17ο αιώνα, άρχισε η κάθαρση και η ανακαίνιση της γλώσσας. Για να επιδρούν στους υπόδουλους Έλληνες τα έργα που γράφονταν εκείνη την εποχή, έπρεπε να γράφονται σε σύγχρονη γλώσσα. Πρωτεργάτης αυτής της προσπάθειας ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής. Πρώτος αυτός υποστήριξε ότι η καθομιλουμένη έπρεπε να υποβληθεί σε κανόνες που θα συμφωνούσαν μεν τις τροποποιήσεις που υπέστη μέσα στον χρόνο το ετυμολογικό και συντακτικό της μέρος, αλλά με ορισμένους γραμματικούς τύπους, χωρίς τους οποίους δεν μπορεί να υπάρχει φιλολογική γλώσσα. Η πνευματική ύφεση του έθνους οδήγησε στην απογύμνωση της γλώσσας από πολλές έννοιες, έτσι ο Κοραής πίστευε ότι έπρεπε να δανειστούμε αρχαίες λέξεις.
Αυτό όμως δεν έπρεπε να γίνει άκριτα, αλλά με προσοχή και σύνεση με τη χρησιμοποίηση λέξεων που είναι πιο κοντά στην καθομιλουμένη και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι κατανοητές από τους πολλούς. Πάνω σε αυτή τη βάση συνεχίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα η ανανέωση της γλώσσας, η οποία, χωρίς να ταυτίζεται με την αρχαία ή με τη δημοτική άντλησε στοιχεία κι από τις δύο και, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, «εξελίχτηκε σε όργανο ικανό να εκφράσει κάθε έννοια και αίσθημα της διανόησης. Αυτή είναι άλλη μία απόδειξη ότι ο νεότερος ελληνισμός, όπως και ο μεσαιωνικός νωρίτερα, δεν χωρίστηκε ποτέ από τον αρχαίο». Η Ελληνική γλώσσα δεν διασπάστηκε ποτέ, σε αντίθεση π.χ. με τη Λατινική που χωρίστηκε σε 6 κλάδους, χιλιάδες ελληνικές λέξεις, αυτούσιες ή με μικρές αλλαγές συμπεριλαμβάνονται στα λεξιλόγια ξένων χωρών και η γλώσσα μας έχει επηρεάσει βαθύτατα σημαντικές ξένες γλώσσες, όπως τη Γερμανική, η σύνταξη της οποίας είναι ακριβώς ίδια με αυτή της αρχαίας Ελληνικής!
Πηγή: Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», Τόμος 17, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1993.