Μετά την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού με την οποία φτάνει στα 920 ευρώ μεικτά, ήτοι τα 770 ευρώ καθαρά, το ερώτημα που τίθεται και στο φόντο της πληθωριστικής κρίσης που ταλανίζει την Ελλάδα και τον κόσμο από το 2021 είναι κατά πόσον οι αυξήσεις υπερκαλύπτουν τα αυξημένα κόστη του πληθωρισμού, και κατά πόσον υπάρχει αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος του Έλληνα φορολογούμενου.
Ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ Παύλος Μαρινάκης στο πλαίσιο της ενημέρωσης πολιτικών συντακτών στις 30 Μαρτίου ανέφερε, πως πρόκειται για την έκτη συνεχόμενη αύξηση από το 2019, με τη σωρευτική μεταβολή να φθάνει το 41,54%, ενώ, σύμφωνα με την κυβέρνηση, η παρέμβαση επηρεάζει άμεσα περίπου 700.000 θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και επιδόματα και παροχές που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό. Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι η αύξηση συμβάλλει στη διεύρυνση του διαθέσιμου εισοδήματος, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της απασχόλησης, την επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, το νέο πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις και τη μείωση του φόρου εισοδήματος.
Την ίδια στιγμή, η Eurostat κατέγραψε για το 2025 ότι η Ελλάδα βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της Ε.Ε. σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), τελευταίες στην E.E. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι μισθοί αυξάνονται, η πραγματική ικανότητα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών παραμένει ασθενής σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αύξηση των 40 ευρώ μικτά στον κατώτατο μισθό μεταφράζεται σε σαφές όφελος για τον εργαζόμενο, αλλά περιορισμένο, την ώρα που τα νοικοκυριά έχουν απέναντί τους ακριβότερη ενέργεια, στέγαση και τρόφιμα. Γι’ αυτό και η κυβερνητική απόφαση μπορεί να βελτιώνει τον ονομαστικό μισθό, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει το χάσμα αγοραστικής δύναμης που καταγράφουν οι ευρωπαϊκοί δείκτες.
Παράλληλα, εργοδοτικοί φορείς αποδέχονται μεν την αύξηση, αλλά συνεχίζουν να ζητούν μείωση του μη μισθολογικού κόστους και πρόσθετη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ΓΣΕΕ επιμένει ότι το πραγματικό όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης για το 2026 είναι 1.052 ευρώ μικτά.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στο ότι η νέα αύξηση είναι η έκτη διαδοχική τα τελευταία χρόνια, ο οικογενειακός λογαριασμός όμως σήμερα διαμορφώνεται από ακριβότερα καύσιμα, επιβαρυμένη ενέργεια, ακριβότερη στέγαση και επίμονα ακριβό καλάθι τροφίμων. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η αύξηση του μισθού δεν δίνεται σε «κανονικές» συνθήκες, αλλά ως άμυνα απέναντι σε μια νέα κρίση κόστους ζωής.
Μεγαλύτερη όμως απόδειξη και απάντηση του ερωτήματος είναι ποια είναι στην πράξη η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού όπως διαμορφώνεται, και πόση ήταν παλαιότερα πριν αρχίσουν οι αυξήσεις-απαντήσεις στις πληθωριστικές πιέσεις
Σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα που κάνει τον γύρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο κατώτατος μισθός του 2019 που ανερχόταν στα 546€ καθαρά, μπορούσε να αγοράσει 218 σουβλάκια, ενώ πλέον ο μισθός των 770€ μπορεί να αγοράσει μόνο 175 σουβλάκια. Παρόμοια παραδείγματα που καταδεικνύουν τη μείωση της αγοραστικής δύναμης παρατίθενται και με άλλα βρώσιμα αγαθά, όπως αρνί, φέτα, ψωμί και σοκολάτα. Σε όλες τις περιπτώσεις, καταγράφονται μειωμένες αγοραστικές δυνατότητες σε σχέση με αυτές που καταγράφονται το 2019.

