Μπαίνουμε στην περίοδο της ελαιοσυλλογής, μιας διαδικασίας που παλαιότερα είχε και ένα εορταστικό περιεχόμενο. Άνθρωποι των πόλεων με καταγωγή από χωριό, έπαιρναν άδεια αυτή την εποχή από τις δουλειές τους και επέστρεφαν στους γενέθλιους τόπους να μαζέψουν «το λάδι της χρονιάς», οι έχοντες λίγες ρίζες και οι υπόλοιποι να φέρουν και κανένα τενεκέ πίσω να δώσουν, με το αζημίωτο συνήθως, σε φίλους και γνωστούς.
Η περίοδος αυτή ήταν στο πρόσφατο παρελθόν, η πλέον ακατάλληλη για να κάνεις δουλειές στον δημόσιο τομέα. Με λίγες ημέρες άδεια και συμπλήρωμα από την… σημαία, υπήρχαν άφθονες άδειες καρέκλες και ελάχιστοι υπάλληλοι. Όλα αυτά δεν ανήκουν ακριβώς στο παρελθόν, αλλά άλλαξαν σημαντικά. Τα περιβόλια πέρασαν πια σε γενιές που δεν έχουν αγροτική εμπειρία και εξοπλισμό, κατά συνέπεια η εργασία γίνεται δύσκολη, κουραστική και πολυδάπανη.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν ακόμη αρκετοί ετεροεπαγγελματίες που ασχολούνται με την συλλογή της ελιάς. Τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ, από την ώρα που οι αλλοδαποί εργάτες έγιναν δυσεύρετοι και κυρίως ακριβοί. Η μόνη (μερική δυστυχώς) λύση στο πρόβλημα αυτό είναι να επενδύσει ο ελαιοπαραγωγός σε μηχανολογικό εξοπλισμό και οργάνωση που αυξάνουν την απόδοση της δουλειάς, τόσο του ίδιου όσο και του εργαζόμενου.
Αλλά αυτό απαιτεί αρκετά χρήματα για τις επενδυτικές δαπάνες και κάποια έκταση καλλιέργειας για την απόσβεση σε λογικό χρονικό διάστημα.

Μηχανές και οργάνωση αντικαθιστούν εργατικά χέρια
Τα τελευταία χρόνια, πολλοί εγχώριοι κατασκευαστές μηχανών και εργαλείων έχουν πολλές και ενδιαφέρουσες προτάσεις για όλα τα γούστα και βαλάντια. Ζυμωμένοι οι ίδιοι οι μηχανουργοί με τον ελαιοπαραγωγό, κατασκευάζουν και προτείνουν λύσεις για μικρές επεμβάσεις που αλλάζουν τη ζωή. Πέρα από τα γνωστά -εδώ και χρόνια- φορητά εργαλεία τύπου κουπεπέ, τα οποία αποτέλεσαν πραγματική τομή στην ελαιοσυλλογή, κατασκευαστές προτείνουν λύσεις στην διαχείριση του φορτίου μέσω μεγάσακων, παλετοκιβωτίων, μικρών γερανών, στην συλλογή δικτυών, στο διαχωρισμό των φύλλων.
Αυτό που εντυπωσιάζει, είναι ότι έχουν κινητοποιηθεί τελευταία και μηχανουργικές επιχειρήσεις παντός μεγέθους της Νοτίου Ελλάδος. Οι κατασκευαστές αγροτικών μηχανημάτων (γενικώς) βρίσκονται κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Στη Νότια, υπάρχουν κάποιοι που εξυπηρετούν ανάγκες βασικά της ελαιοκαλλιέργειας σε χαμηλό επίπεδο μέχρι τώρα.
Η έλλειψη εργατών και η αύξηση του μέσου όρου ηλικίας των ελαιοκαλλιεργητών, έδωσε κίνητρο σε αυτούς να αντιγράψουν ιδέες από Ιταλία και Ισπανία ή και να κατασκευάσουν λύσεις δικής τους έμπνευσης. Βλέπετε, η ανάγκη είναι που κινητοποιεί τους πάντες. Απλώς, όπως όλα τα πράγματα εδώ στη χώρα μας, κινητοποιούμαστε όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Και στη συνέχεια τα πράγματα παίρνουν μια ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Πριν 5 χρόνια, τα μηχανήματα που μαζεύουν τα απλωμένα κάτω από τα δένδρα πανιά ή δίχτυα, ήταν ελάχιστα και οι ερωτήσεις πολλές: μήπως έτσι, μήπως αλλιώς. Εδώ και δύο χρόνια, έχει γεμίσει ο τόπος από δαύτα. Κάτι παρόμοιο με τους δονητές δένδρων. «Θα κάνει άραγε για την ποικιλία τη δικιά μας και τον τόπο μας; Ξέρεις, εγώ κλαδεύω τα δένδρα έτσι και μάλλον δεν θα ρίχνει κάτω τις ελιές».
Σήμερα, όλες αυτές οι αμφιβολίες και αντιρρήσεις έχουν καμφθεί και εάν πει κάποιος ότι εισάγονται, κατά κύριο λόγο, αλλά και κατασκευάζονται ορισμένες δεκάδες διαφορετικές μάρκες δονητών, δεν θα απέχει καθόλου από την πραγματικότητα.
Οι υψηλές τιμές καυσίμων φέρνουν δυσκολίες αλλά υπάρχουν και χειρότερα
Φέτος όμως κάτι άλλαξε. Οι ελαιοκαλλιεργητές, έγιναν ξαφνικά θύματα των γεωπολιτικών εξελίξεων αλλά και του παγκόσμιου φαινομένου της ακρίβειας – πληθωρισμού. Το κόστος καυσίμων, απασχολούσε πάντοτε τους ετεροαπασχολούμενους: «Φέτος δεν έχουν τίποτα τα δένδρα, ούτε τις βενζίνες δεν θα βγάλουμε» είναι η κλασική φράση για τις χρονιές της ακαρπίας.
Βέβαια, τα καύσιμα, ήταν ένα από τα έξοδα της μετακίνησης. Θέρμανση, δώρα, εξοπλισμός δεν ήταν ποτέ αμελητέα, αλλά λίγο η παράδοση, λίγο ότι ήξεραν τι λάδι τρώνε, τους έκανε να επιμένουν. Με την τιμή της βενζίνης να φλερτάρει τα 2,5 ευρώ το λίτρο, το κόστος μετάβασης σε μια απόσταση πάνω από 100 χλμ γίνεται πια πρόβλημα. Και δυστυχώς, δεν είναι το μοναδικό.
Την προηγούμενη εβδομάδα, στον διαγωνισμό πώλησης 140 τόνων εξαιρετικά παρθένου πρώιμης Αθηνολιάς (αγουρέλαιο) από τον Συνεταιρισμό Αγίων Αποστόλων Λακωνίας, που αποτελεί το βαρόμετρο διαμόρφωσης των τιμών, τα νέα δεν ήταν καλά. Μόλις 4,10 ευρώ το κιλό, για μια σεβαστή ποσότητα που μειώνει τα διαχειριστικά έξοδα του αγοραστή.

Ακούγεται ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα, τα ελαιοτριβεία αγοράζουν από παραγωγούς σε ουσιαστικά χαμηλότερη τιμή. Και όλα αυτά, με την συλλογή να έχει μόλις ξεκινήσει. Κανείς δεν θέλει να υποθέσει τι μπορεί να συμβεί στις τιμές και τους όρους πληρωμής, όταν μπουν στην αγορά οι συνήθεις ποσότητες, με την Κρήτη να μιλάει για ρεκόρ 100.000 τόνων.
Τα, δε, αποθηκευμένα ελαιόλαδα προηγούμενης εσοδείας τιμές βρίσκονται στα 3,50 ευρώ το κιλό. Με τι καρδιά να ξεκινήσεις τις ετοιμασίες να φύγεις από το σπίτι σου, να πας σε ένα άλλο κρύο και υγρό, να ξοδέψεις ένα σωρό χρήματα, να ξεθεωθείς και στο τέλος να πουλήσεις λάδι σε χαμηλή τιμή. Και εάν όλα αυτά συμβαίνουν στην μεριά του ελαιοπαραγωγού, ελάτε στην θέση του προμηθευτή που έχει δώσει με ολική ή μερική πίστωση εφόδια και εργαλεία, με την υποσχετική οτι θα πληρωθεί ή αποπληρωθεί μετά την συγκομιδή.
Όταν τα χαμηλά εισοδήματα, τα έχουν ροκανίσει τα ακριβά καύσιμα, τα υψηλά μεροκάματα και η προσωρινή μεταδημότευση, τι θα μείνει για να πληρωθούν οι υπόλοιποι; Θα είναι μεγάλη αδικία, τώρα που ο τομέας υποστήριξης της ελαιοκαλλιέργειας πήρε μπρος, να αρχίσουν να χτυπάνε κανόνια σε μαγαζιά και επιχειρήσεις λόγω των χαμηλών τιμών ελαιολάδου.
