Με καταγωγή από τη Θήβα η Ελληνοϊταλίδα πρωταγωνίστρια της «Μεγάλης Χίμαιρας»

Η πρωταγωνίστρια της Μεγάλης Χίμαιρας μιλάει στο Gala: «Ηταν εύκολο να πω ναι στο πρότζεκτ, γιατί μου άρεσαν πολύ η ιστορία, το βιβλίο και η ηρωίδα»

Kεφάλι λιονταριού, σώμα κατσίκας, ουρά φιδιού. Αν προσπαθήσεις να κάνεις scuba diving στα μάτια της και να φτάσεις από εδώ μέχρι τη Σύρα κι ακόμα πιο μακριά, στο άλλο πέλαγος, αυτό που ενώνει την Ελλάδα με την Ιταλία, για να ανακαλύψεις τη Χίμαιρα που κρύβει το βλέμμα της, στη Φωτεινή Πελούζο θα συναντήσεις το λιοντάρι του μυθικού τέρατος και στη Μαρίνα, στον ρόλο της, την κατσίκα και το φίδι που βλέπει η πεθερά της, η Ρεΐζενα, να μπαίνει στο σπίτι της. Η Πελούζο εδώ και μερικές ημέρες είναι η Χίμαιρα που κατάφερε το ανέφικτο, να ξυπνήσει από τον λήθαργο της μετριότητας -ή έστω της κανονικότητας- ένα κοινό που, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί, βλέπει στο έργο του Καραγάτση τον ίδιο του τον εαυτό, γι’ αυτό και τον τρέμει.

Εγινε εκείνη που έκανε κάποιους από εμάς να θέλουμε να είμαστε στη θέση του Γιάννη ή του Μηνά -τι σημασία έχουν άλλωστε οι ηθικοί κανόνες όταν μιλάμε για έρωτα- και κάποιες να αφορίζουν την τύχη και τη μοίρα της. Λες και το ανθρώπινο πάθος και η πράξη του έρωτα είναι λάθος της φύσης. Ρωμαία και Ρωμιά, η Φωτεινή Πελούζο ισορροπεί ανάμεσα στις δύο πατρίδες της

με την ίδια ευκολία που ο ρόλος της ισορροπεί ανάμεσα στην αθωότητα και στον εξαποδώ. Υστερόγραφο: η συνέντευξη έγινε στα ελληνικά.

GALA: Μιλούσατε ελληνικά στο σπίτι από μικρή;
ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΕΛΟΥΖΟ: Ναι, έμαθα ιταλικά και ελληνικά σχεδόν ταυτόχρονα. Η μητέρα μου μού μιλούσε και μου τραγουδούσε στα ελληνικά και ήμασταν πάντα πολύ κοντά με την ελληνική μας οικογένεια, τη γιαγιά μου και τα ξαδέλφια μου. Μεγάλωσα μαζί τους.

G.: Ποια είναι η πιο δύσκολη ελληνική λέξη που γνωρίζετε και χρησιμοποιείτε;
Φ.Π.: Η σκουληκομυρμηγκότρυπα!

G.: Από πού κατάγεται η μητέρα σας;
Φ.Π.: Είναι από τη Θήβα.

G.: Πώς βρέθηκε στην Ιταλία;
Φ.Π.: Πήγε στην Ιταλία για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο και εκεί γνώρισε τον πατέρα μου.

G.: Εχετε αδέλφια;
Φ.Π.: Εχω μία αδελφή.

G.: Ποιο είναι το πιο έντονο ελληνικό στοιχείο με το οποίο μεγαλώσατε;
Φ.Π.: Νομίζω η σχέση με τη θάλασσα και το καλοκαίρι. Επίσης, η φιλοσοφία ζωής και η έννοια της μοίρας στις ελληνικές τραγωδίες, αυτό το «ό,τι είναι να έρθει, θα έρθει».

G.: Πιστεύετε ότι οι ελληνικές και οι ιταλικές οικογένειες έχουν κοινά χαρακτηριστικά και δομές;
Φ.Π.: Φυσικά! Οι Ιταλοί και οι Ελληνες μοιάζουν πολύ. Ιδιαίτερα στη νότια Ιταλία υπάρχει έντονη η αίσθηση της οικογένειας και του μοιράσματος της ζωής, των πραγμάτων και των εμπειριών με τους άλλους, ειδικά του φαγητού, κάτι που θυμίζει πολύ την Ελλάδα. Και οι δύο είναι φιλικές και ζεστές χώρες.

G.: Ποια ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη για εσάς στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς των Ελλήνων;
Φ.Π.: Δεν υπήρξαν πολλές εκπλήξεις, αφού μεγάλωσα σε ελληνική οικογένεια. Ομως, για παράδειγμα, στα νησιά υπάρχει αυτή η πολύ δυνατή σχέση με τη θάλασσα και τη φύση, κάτι σπάνιο στις μεγάλες πόλεις και αυτό ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Επίσης, η αίσθηση του να ξυπνάς σε ένα νησί, να ξέρεις ότι είσαι συνδεδεμένος με την ηπειρωτική χώρα, αλλά ταυτόχρονα απομονωμένος απ’ όλα. Να ξυπνάς αντικρίζοντας τη θάλασσα και να νιώθεις ότι αυτή η αίσθηση κάνει τη μέρα πιο φωτεινή.

G.: Πιστεύετε ότι η ελληνική σας καταγωγή ήταν ο λόγος για τον οποίο σας επέλεξαν;
Φ.Π.: Ακόμα αναρωτιέμαι! Θα πρέπει να ρωτήσετε τον σκηνοθέτη! Αστειεύομαι. Οι ρίζες μου σίγουρα έπαιξαν σημαντικό ρόλο νομίζω, αλλά και η επιθυμία και ο ενθουσιασμός που είχα να ενσαρκώσω αυτόν τον χαρακτήρα.

G.: Ηταν εύκολο για εσάς να συμφωνήσετε να συμμετάσχετε; Οι πιθανοί ενδοιασμοί τι αφορούσαν;
Φ.Π.: Ηταν εύκολο να πω «ναι» στο πρότζεκτ, γιατί μου άρεσαν πολύ η ιστορία, το βιβλίο και η ηρωίδα. Ταυτόχρονα, όμως, κατά τη διάρκεια της υλοποίησης είχα πολλές επιφυλάξεις για το πώς θα αποδοθούν όλα αυτά σε εικόνες και ποιος είναι ο σωστός τρόπος να παρουσιαστεί αυτό το πρόσωπο και αυτή η ιστορία. Πολλές φορές σε αυτή τη δουλειά οι ιδέες σου δεν συναντούν ακριβώς την πραγματικότητα και αυτό είναι μέρος της δουλειάς. Ελπίζω ότι στο τέλος καταφέραμε να μεταδώσουμε στο κοινό το μήνυμα που θέλαμε.

G.: Θα λέγατε ότι η συμμετοχή σας στη «Μεγάλη Χίμαιρα» συγκαταλέγεται στις κορυφαίες στιγμές της καριέρας σας μέχρι σήμερα;

Φ.Π.: Χωρίς καμία αμφιβολία, για την ελληνική μου καριέρα. Παράλληλα, πάντα πίστευα ότι οι κορυφαίες στιγμές δεν καθορίζονται από την «επιτυχία» ή το «μέγεθος» ενός πρότζεκτ, αλλά από την αξία που του δίνω εγώ και από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι.

G.: Ποια στοιχεία του ρόλου αγαπήσατε περισσότερο;
Φ.Π.: Αγάπησα το γεγονός ότι η Μαρίνα προσπαθεί να σπάσει τους τοίχους που την περιβάλλουν, να βρει τη θέση της σε έναν κόσμο και μια κοινωνία που δεν αναγνωρίζει. Είναι περίεργη, παθιασμένη, ριψοκίνδυνη και γενναία – κάποιες φορές ακόμα και απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό.

G.: Είχατε διαβάσει Καραγάτση πριν; Τι σας γοήτευσε περισσότερο στην ιστορία που αφηγείται;
Φ.Π.: Ναι, είχα διαβάσει το βιβλίο και είναι εκπληκτικό το πώς όταν μεγαλώνουμε και ξαναδιαβάζουμε κάποια έργα τα αντιλαμβανόμαστε με εντελώς διαφορετικό τρόπο πλέον. Αγάπησα ιδιαίτερα τη διείσδυση στην ψυχολογία της Μαρίνας: τον τρόπο που αποτυπώνονται ο νους της, οι αμφιβολίες, οι επιθυμίες και οι σκέψεις της, που τελικά χαράζουν τη δική της πορεία στη ζωή και διαμορφώνουν τον άνθρωπο που γίνεται.

G.: Για την ιδιαίτερα θρησκευόμενη ελληνική κοινωνία, αλλά και γενικότερα για όσους ενστερνίζονται το παγκόσμιο νεοσυντηρητικό ρεύμα, η σειρά έχει προκαλέσει αντιδράσεις -σχετικών και ασχέτων- του Διαδικτύου που βρίσκουν ότι έχει υπερβολικές σκηνές σεξ. Τι θα τους απαντούσατε;
Φ.Π.: Είμαι ηθοποιός, όχι πολιτικός ούτε φιλόσοφος. Δεν παίζω για να διδάξω ή να πείσω κάποιον για κάτι. Ελπίζω απλώς ότι ο κινηματογράφος και οι τέχνες γενικότερα μπορούν να μας βοηθήσουν να έχουμε διαφορετικές απόψεις και να στοχαστούμε πάνω στον εαυτό μας, τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις μας, τα όρια της κοινωνίας μας. Και το γεγονός ότι υπάρχουν αντιδράσεις σημαίνει ότι οι άνθρωποι σκέφτονται και συζητούν, ότι άνοιξε ένας διάλογος.

G.: Ποια σκηνή της σειράς θυμάστε ότι αγαπήσατε περισσότερο;
Φ.Π.: Απόλαυσα πολύ τη σκηνή του χορού! Δεν είμαι σπουδαία χορεύτρια, οπότε ήταν πολύ διασκεδαστικό το να δουλέψω με τη χορογράφο μας και να βρούμε τρόπους να δείξουμε τη χημεία μεταξύ των χαρακτήρων και να το κάνουμε λίγο τρελό. Κάποιες σκηνές του φινάλε ήταν από τις πιο απαιτητικές. Ηθελα να είμαι πιστή στο βιβλίο και τον χαρακτήρα της Μαρίνας. Η απώλεια ενός παιδιού και η πορεία προς τον θάνατό της είναι εμπειρίες εξαιρετικά δύσκολες και δραματικές, τόσο για να τις φανταστείς όσο και για να τις υποδυθείς.

G.: Και στις δύο σειρές στις οποίες σας έχω δει -η πρώτη ήταν το «Everything Calls for Salvation» του Netflix- υποδύεστε ένα θυμωμένο κορίτσι που κουβαλάει τραύματα από την οικογένεια, λόγω της απουσίας πατρικής φιγούρας και κυρίως της ναρκισσιστικής συμπεριφοράς της μητέρας της. Αν βιώνατε κάτι τέτοιο στην πραγματική ζωή, πώς θα το διαχειριζόσασταν ως ενήλικη;
Φ.Π.: Είναι πάντα πιο εύκολο να ξέρουμε τι να κάνουμε ή να κρίνουμε τη συμπεριφορά των άλλων χωρίς να έχουμε ζήσει την ίδια κατάσταση. Με τα χρόνια κατάλαβα τη σημασία του διαλόγου και του να βρίσκουμε ανθρώπους που εμπιστευόμαστε και που μας προστατεύουν. Σε αυτή την περίπτωση, θα προσπαθούσα να μιλήσω σε κάποιον.

G.: Εχετε φανταστεί ποτέ τον εαυτό σας ως μητέρα;
Φ.Π.: Οχι, δεν έχω φανταστεί ακόμα τον εαυτό μου ως μητέρα.

G.: Μετά από όλο αυτό το κύμα επιτυχίας, τι άλλο θα θέλατε να σας φέρει το 2026;
Φ.Π.: Θα ήθελα να εστιάσω λίγο περισσότερο στις σχέσεις μου και στην προσωπική μου ζωή, που αποτελούν το κέντρο μου. Σε μια τόσο χαοτική δουλειά και σε έναν κόσμο που τρέχει συνεχώς, είναι μερικές φορές δύσκολο να σταματήσεις και να δεις τι έχεις και τι έχεις καταφέρει. Επίσης, ελπίζω βαθιά σε έναν άλλο κόσμο, μια άλλη κοινωνία, ένα άλλο μέλλον για όλους μας – πιο ανοιχτό, πιο συμπονετικό, χωρίς σύνορα, αποκλεισμούς και καταπιέσεις.

protothema.gr

Σχετικά

Αφήστε ένα σχόλιο