Η πίεση που δέχονται στην Πάρνηθα από την παρουσία του λύκου αλλά και του ανθρώπου τα οδηγεί σε άλλα μέρη
Σε μια ευρύτερη ζώνη που ξεκινά από την Πάρνηθα και φτάνει μέχρι τα Δερβενοχώρια, την περιοχή Ασωπού – Τανάγρας και τη Θήβα φαίνεται πως έχει εξαπλωθεί πλέον το κόκκινο ελάφι, σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Καθημερινή».
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι ο πληθυσμός του είδους στην Πάρνηθα χρειάζεται στενή παρακολούθηση για τουλάχιστον δύο ακόμη χρόνια, καθώς δέχεται σημαντικές πιέσεις τόσο από την παρουσία του λύκου όσο και από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Μονάδα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου και στον εισαγγελέα Προστασίας Ζώων – Περιβάλλοντος, ο πληθυσμός του κόκκινου ελαφιού στην Πάρνηθα για το 2025 εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 75 έως λιγότερα από 234 άτομα, με πιθανότερη εκτίμηση περίπου τα 132 ελάφια.
Τα στοιχεία προέρχονται από μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΟΦΥΠΕΚΑ από το Εργαστήριο Άγριας Πανίδας του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με επικεφαλής τον καθηγητή Δημήτρη Μπακαλούδη.
Μικρός πληθυσμός και ανησυχία για τη γενετική δεξαμενή
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τρεις μεθόδους παρακολούθησης: δειγματοληψία κοπράνων, οπτική παρατήρηση με τηλεσκόπια και κιάλια, καθώς και γενετική ανάλυση από φρέσκα δείγματα. Από τα δεδομένα προκύπτει ότι ο πληθυσμός στην Πάρνηθα παραμένει μικρός και βρίσκεται σε οριακό σημείο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο λεγόμενος «δραστικός πληθυσμός», δηλαδή τα άτομα που συμμετέχουν ουσιαστικά στη γενετική δεξαμενή του τοπικού πληθυσμού. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, αυτός υπολογίζεται περίπου στα 35 ελάφια. Όταν ο δραστικός πληθυσμός πέφτει κάτω από τα 50 άτομα, αυξάνεται ο κίνδυνος ομομειξίας, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την προσαρμοστικότητα του είδους.
Ένα ακόμη στοιχείο που απασχολεί τους ειδικούς είναι η αναλογία αρσενικών και θηλυκών. Όπως αναφέρεται, σε κάθε αρσενικό αντιστοιχούν από έξι έως δέκα θηλυκά, γεγονός που μπορεί να επηρεάζει την αναπαραγωγική δυναμική του πληθυσμού.
Ο ρόλος του λύκου και της ανθρώπινης παρουσίας
Η παρουσία του λύκου στην Πάρνηθα αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης για το κόκκινο ελάφι. Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι ενώ το καλοκαίρι υπήρχαν αρκετά μικρά, το φθινόπωρο ο αριθμός τους ήταν αισθητά μειωμένος, με πιθανότερη εξήγηση τη θήρευσή τους από λύκους.
Παράλληλα, σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η ανθρώπινη παρουσία. Η συνήθεια πολλών επισκεπτών να ταΐζουν τα ελάφια με ακατάλληλες τροφές, όπως ψωμί ή επεξεργασμένα σνακ, μπορεί να τα αρρωστήσει και να τα καταστήσει ακόμη πιο ευάλωτα στους φυσικούς κινδύνους.
Μόνιμοι πληθυσμοί σε Δερβενοχώρια, Τανάγρα και Θήβα
Το κόκκινο ελάφι δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην Πάρνηθα. Σύμφωνα με επιστημονικό πρόγραμμα που υλοποιούν για τον ΟΦΥΠΕΚΑ το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών του ΕΛΓΟ «Δήμητρα», το WWF Ελλάς και η «Καλλιστώ», έχει καταγραφεί παρουσία έξι ομάδων ελαφιών στο οροπέδιο των Δερβενοχωρίων.
Ο πληθυσμός εκεί εκτιμάται σε τουλάχιστον 35 έως 45 άτομα, ενώ παρουσία ελαφιών έχει καταγραφεί και στην περιοχή Ασωπού – Τανάγρας, μέχρι και τη Θήβα. Οι ειδικοί θεωρούν ότι η Πάρνηθα δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό βασικό πυρήνα του είδους, καθώς οι δασικές πυρκαγιές, η αλλαγή των ενδιαιτημάτων και η φυσική εξάπλωση του λύκου έχουν επηρεάσει τις μετακινήσεις των ζώων.
Ανάγκη για παρακολούθηση πριν από διαχειριστικά μέτρα
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι πριν ληφθούν οποιαδήποτε διαχειριστικά μέτρα, απαιτείται συνέχιση της παρακολούθησης του πληθυσμού για τουλάχιστον δύο χρόνια. Η διαχείριση του είδους συνδέεται με τρεις βασικούς παράγοντες: την κατάσταση του δάσους, την παρουσία του λύκου και την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Η εξάπλωση του κόκκινου ελαφιού σε περιοχές της Αττικής και της Βοιωτίας δείχνει ότι το είδος προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, όμως ταυτόχρονα δημιουργεί την ανάγκη για συστηματική επιστημονική παρακολούθηση, ώστε να προστατευθεί ο πληθυσμός και να περιοριστούν πιθανές συγκρούσεις με τη γεωργική δραστηριότητα.
