Υπάρχουν τόποι που δεν επιβάλλονται στο βλέμμα. Δεν έχουν τη λάμψη ενός μεγάλου προσκυνήματος, ούτε την ευκολία μιας οργανωμένης διαδρομής. Ένας τέτοιος τόπος είναι η Άμπελος, η μικρή βραχονησίδα του Κορινθιακού Κόλπου, απέναντι από τον οικισμό Καρυώτι Βοιωτίας, κοντά στην παραλία του Κυριακίου.


Για τους περισσότερους, κάποτε δεν ήταν παρά μια άγνωστη κουκκίδα μέσα στο γαλάζιο. Για τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, όμως, η Άμπελος υπήρξε από νωρίς κάτι πολύ περισσότερο από ένας άγονος βράχος. Ήταν ένα κομμάτι γης συνδεδεμένο με τον Όσιο Λουκά, με την ασκητική του διαδρομή, με την ιστορία ενός τόπου που ζητούσε φροντίδα, σεβασμό και συνέχεια.
Η πρόσβαση γίνεται μόνο με μικρές βάρκες. Ίσως, όμως, αυτή η δυσκολία να είναι μέρος της γοητείας της. Όποιος φτάνει στην Άμπελο, δεν φτάνει τυχαία. Πλησιάζει έναν τόπο που χτίστηκε με κόπο, πίστη και επιμονή.

Ο δεσμός του Ιερώνυμου με τον Όσιο Λουκά
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος δεν έκρυψε ποτέ την ιδιαίτερη σχέση του με τον Όσιο Λουκά. Ο δεσμός αυτός γεννήθηκε στα χρόνια κατά τα οποία υπηρέτησε ως ηγούμενος της Μονής του Οσίου Λουκά, από το 1977 έως το 1981. Εκεί, μέσα στη βαριά σκιά της βυζαντινής παράδοσης και στη λιτή αυστηρότητα της μοναστικής ζωής, γνώρισε έναν χώρο που δεν είναι απλώς μνημείο, αλλά ζωντανή πνευματική παρακαταθήκη.

Δεν μοιάζει τυχαίο ότι εξελέγη Αρχιεπίσκοπος ανήμερα της γιορτής του Οσίου Λουκά. Για όσους γνωρίζουν πώς ριζώνουν οι συμβολισμοί στην εκκλησιαστική συνείδηση, η σύμπτωση αυτή έχει το βάρος μιας σιωπηλής υπενθύμισης.
Ως μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας, ο Ιερώνυμος είχε ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα με τη δημιουργία ενός μεγάλου δικτύου φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Ήταν άνθρωπος της πράξης, της μέριμνας και των έργων. Μέσα, όμως, σε όλες εκείνες τις ευθύνες, η Άμπελος δεν έφυγε ποτέ από τη σκέψη του. Υπήρχε πάντα η επιθυμία να πάψει να είναι ένας ξεχασμένος βράχος στον Κορινθιακό και να αποκτήσει ξανά τη σημασία που της άξιζε.

Η βραχονησίδα του ασκητισμού
Η αξία της Αμπέλου δεν βρίσκεται μόνο στη θέση της. Σύμφωνα με την παράδοση, το μικρό αυτό κομμάτι γης αποτέλεσε σημείο ασκητισμού του Οσίου Λουκά για περίπου τρία χρόνια, από το 942 έως το 945 μ.Χ., πριν εκείνος εγκατασταθεί στο Στείρι Βοιωτίας και ιδρύσει τη μονή που έμελλε να γίνει ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα της Ορθοδοξίας.

Γι’ αυτό και η μεταμόρφωσή του δεν μπορούσε να είναι εύκολη υπόθεση για τον Αρχιεπίσκοπο. Δεν αρκούσε να χτιστούν μερικές υποδομές. Έπρεπε να αναδειχθεί η κρυμμένη του σημασία και να αποκτήσει ξανά πνευματική υπόσταση.
Περίπου το 1985, όταν ο Ιερώνυμος βρέθηκε στην περιοχή, πήρε την απόφαση να ασχοληθεί ουσιαστικά με την Άμπελο. Τότε το νησί δεν είχε τίποτα από τη σημερινή του εικόνα. Ήταν ένας ξερότοπος, εκτεθειμένος στον ήλιο, στον αέρα και στην αλμύρα. Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν ερημιά, εκείνος είδε προοπτική. Εκεί όπου άλλοι έβλεπαν μόνο πέτρα, εκείνος διέκρινε έναν χώρο που μπορούσε να ξαναπάρει ζωή.

Το πρώτο παρεκκλήσι και η αρχή ενός μικρού θαύματος
Δεν υπήρχαν δρόμοι, υποδομές ή δυνατότητα άμεσης πρόσβασης. Υπήρχε ένα μικρό βαρκάκι, λίγοι αποφασισμένοι άνθρωποι και υλικά που έπρεπε να μεταφερθούν ένα-ένα: τσιμεντόλιθοι, τούβλα, εργαλεία, ό,τι χρειαζόταν για να στηθεί το πρώτο κτίσμα.

Όσοι θυμούνται εκείνα τα χρόνια μιλούν για εικόνες που δύσκολα μπορούν να ξεχαστούν. Τον Ιερώνυμο, τότε μητροπολίτη, μαζί με μοναχούς, ιερείς και στενούς συνεργάτες, να σηκώνουν τα ράσα τους και να δουλεύουν με τα ίδια τους τα χέρια. Ανάμεσά τους βρίσκονταν πρόσωπα που αργότερα θα διακρίνονταν στην εκκλησιαστική και ποιμαντική ζωή, όπως ο σημερινός μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας Γεώργιος, ο μητροπολίτης Ιλίου Αθηναγόρας, καθώς και ο αείμνηστος π. Αδαμάντιος Αυγουστίδης.
Από όλους εκείνους τους συνοδοιπόρους, ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της Αμπέλου κατέχει ο μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας Γεώργιος, άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του Αρχιεπισκόπου. Στάθηκε κοντά του από τα πρώτα χρόνια, συμμετέχοντας με αφοσίωση στο όραμα για τη βραχονησίδα και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μεταμόρφωσή της.

Το πρώτο παρεκκλήσι αφιερώθηκε στην Αγία Μαρίνα, επειδή οι εργασίες άρχισαν στις 17 Ιουλίου, ημέρα της εορτής της. Έτσι ιδρύθηκε το Μοναστηριακό Κάθισμα της Αγίας Μαρίνας της Μονής του Οσίου Λουκά. Από τότε, κάθε χρόνο, ο Αρχιεπίσκοπος δεν χάνει την ευκαιρία να βρεθεί στην Άμπελο και να συμμετάσχει στον εορτασμό της.
Το μικρό εκκλησάκι έγινε η καρδιά του νησιού. Γύρω του οργανώθηκε σταδιακά όλη η προσπάθεια. Η βραχονησίδα απέκτησε καμπάνα, σταυρό, καντήλι, ανθρώπινα βήματα και την αίσθηση ότι δεν είναι πια ένας τόπος εγκαταλειμμένος, αλλά ένας χώρος προσευχής.

Όταν το όραμα έγινε υπόθεση όλων
Από την αρχή, το όραμα του Ιερώνυμου ήταν διπλό: να δημιουργηθεί ένας ορθόδοξος τόπος αναφοράς και, μαζί, μια μικρή όαση πρασίνου για τους κατοίκους της περιοχής και τους επισκέπτες. Στην αρχή λίγοι το πίστεψαν. Κι όμως, όσοι γνώριζαν τον Ιερώνυμο ήξεραν ότι είχε έναν τρόπο να μετατρέπει τις ιδέες σε έργα.
Βέβαια, η προσπάθεια δεν έμεινε υπόθεση ενός ανθρώπου. Ενέπνευσε και τους ντόπιους, που με δικά τους πλωτά μέσα πρόσφεραν εθελοντικά εργασία και βοήθεια. Έτσι, η Άμπελος άρχισε σιγά σιγά να περνά από την αφάνεια στη μνήμη των ανθρώπων.

Το τοπίο, η μυσταγωγία του χώρου και η ενεργή παρουσία του προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας έκαναν γνωστή τη μικρή βραχονησίδα πέρα από τα όρια της περιοχής. Επισκέπτες με τα σκάφη τους σταματούν, ανεβαίνουν στο παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, ανάβουν ένα κερί και στέκονται για λίγο απέναντι στο απέραντο γαλάζιο του Κορινθιακού.
Μονοπάτια, προβλήτα και φιλοξενία
Καθώς οι επισκέψεις αυξάνονταν, η Άμπελος χρειαζόταν υποδομές. Με πρωτοβουλία του Ιερώνυμου κατασκευάστηκαν τσιμεντένια μονοπάτια κατά μήκος του νησιού, ώστε ο επισκέπτης να μπορεί να περπατά με μεγαλύτερη ασφάλεια. Τοποθετήθηκαν παγκάκια, μικρές στάσεις ανάπαυσης, σημεία από όπου μπορεί κανείς να κοιτάξει τον Κορινθιακό να απλώνεται μπροστά του.

Κατασκευάστηκε ακόμη μια υποτυπώδης προβλήτα, πολύτιμη για την πρόσβαση στο νησί. Χτίστηκαν και δύο μικρά δωμάτια, ώστε να φιλοξενούνται οι ιερείς που φτάνουν εκεί για να λειτουργήσουν στο εκκλησάκι. Δεν πρόκειται μόνο για κληρικούς της Μητρόπολης Θηβών, αλλά και για ιερείς από άλλα Πατριαρχεία, ανθρώπους που συμμετέχουν σε ιεραποστολές από διαφορετικά σημεία του κόσμου.

Έτσι, η Άμπελος απέκτησε μια ιδιότυπη οικουμενικότητα. Παρέμεινε μικρή, λιτή και δύσκολη στην πρόσβαση, αλλά άνοιξε τον ορίζοντά της σε ανθρώπους με διαφορετικές διαδρομές και κοινή ανάγκη για προσευχή.
Το νερό, το φως και η αυτάρκεια
Ένα ζήτημα απασχολούσε ιδιαίτερα τον Αρχιεπίσκοπο: πώς θα μπορούσε η βραχονησίδα να αποκτήσει αυτονομία. Χωρίς νερό και ρεύμα, κάθε προσπάθεια έμενε δύσκολη και ευάλωτη. Η γη μπορεί να πρασινίσει μόνο όταν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να κρατηθεί ζωντανή.

Η λύση ήρθε με τη συμβολή της ΕΥΔΑΠ και του διευθυντή δικτύου, Κωνσταντίνου Παπαδάκη, όταν εγκαταστάθηκε, μέσω ενός πιλοτικού προγράμματος, σύστημα αφαλάτωσης και τοποθετήθηκε φωτοβολταϊκή μονάδα. Έτσι, η Άμπελος απέκτησε νερό και ρεύμα, τις δύο βασικές προϋποθέσεις για να μπορεί να συντηρείται, να ποτίζεται και να πρασινίζει. Από εκείνη τη στιγμή, η αλλαγή έγινε ορατή: η γη που άλλοτε έμοιαζε σκληρή και άγονη άρχισε σιγά σιγά να «ντύνεται» στα πράσινα.

Ο άνθρωπος που κρατά ζωντανή την καθημερινότητα του νησιού
Στυλοβάτης στην προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου και υπεύθυνος για την εύρυθμη λειτουργία των υποδομών είναι ο στενός του συνεργάτης Γιάννης Μπενέκος, ο οποίος βρίσκεται κοντά του εδώ και 20 χρόνια. Ζει στην περιοχή και γνωρίζει καλά ότι ένας τέτοιος χώρος δεν διατηρείται μόνο με μια μεγάλη απόφαση. Χρειάζεται καθημερινό ενδιαφέρον, φροντίδα και ανθρώπους που δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη.

Η πόρτα του σπιτιού του είναι πάντα ανοιχτή για τους καλοπροαίρετους επισκέπτες και φιλοξενούμενους του Ιερώνυμου. Κι αυτό έχει τη δική του σημασία. Η Άμπελος δεν είναι ένας κλειστός χώρος επίδειξης. Είναι ένας λιτός τόπος φιλοξενίας, που ζητά από τον επισκέπτη σεβασμό και του επιστρέφει γαλήνη.

Οι μόνιμοι κάτοικοι της μικρής ΕδέμΌταν εξασφαλίστηκαν η υδροδότηση και η ενεργειακή αυτονομία, η Άμπελος μπορούσε πια να δεχθεί ζωή με έναν ακόμη τρόπο. Με προτροπή και παρότρυνση του Αρχιεπισκόπου, το νησί απέκτησε ζώα και πουλιά. Παγόνια, πάπιες, φασιανοί και λαγοί έγιναν οι μόνιμοι κάτοικοι αυτής της μικρής Εδέμ.
Εκεί όπου κάποτε κυριαρχούσε η απόλυτη σιωπή, ακούγονται πλέον φτερουγίσματα και βήματα ζωής. Η παρουσία τους δίνει στο νησί μια απρόσμενη τρυφερότητα. Και επειδή η Άμπελος έπρεπε να δικαιολογήσει το όνομά της, φυτεύτηκε και μια μικρή έκταση με αμπέλι.

Ανάμεσα στα στοιχεία που το κοσμούν ξεχωρίζει ένας εντυπωσιακού μεγέθους σταυρός, καρφωμένος πάνω σε μια μεγάλη πέτρα. Είναι τάμα ενός επιχειρηματία προς τον πατέρα του. Η λεπτομέρεια αυτή ταιριάζει βαθιά με το πνεύμα της Αμπέλου: κάθε έργο εκεί μοιάζει να κρατά μια ευγνωμοσύνη, κάθε χειρονομία μια μνήμη.
Η Άμπελος είναι σήμερα κάτι περισσότερο από μια όμορφη στάση στον Κορινθιακό. Είναι μια μικρή γεωγραφία πίστης, κόπου και μνήμης. Στον πυρήνα αυτής της ιστορίας βρίσκεται ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και το πνεύμα ενός ιεράρχη που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να αφήσει έργα για τις επόμενες γενιές.
