Γεράσιμος Παπαδόπουλος: Σεισμική έξαρση Θήβας – Kινδυνεύει η Αττική;

Η «επί τα χείρω» μεταβολή των δεικτών σεισμικότητας στη Θήβα προδικάζει με βεβαιότητα τη γένεση ακόμη μεγαλύτερου σεισμού; Στη σεισμολογία σχεδόν ποτέ δε μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι.

Νέος σεισμός μεγέθους 4,3 δόνησε χθες την περιοχή της Θήβας προκαλώντας μεγάλη ανησυχία στον τοπικό πληθυσμό. Δεν είναι λίγοι αυτοί που τον κατάλαβαν και εντός της Αττικής. Από τον Ιούλιο του 2021, όταν ξεκίνησε η παρατεταμένη σεισμική δράση σ’ αυτή την περιοχή, ασχοληθήκαμε αρκετές φορές με το συγκεκριμένο θέμα. Η αιτία είναι διπλή. Αφ’ ενός υπάρχει σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον, δεδομένου ότι έχουν καταγραφεί περισσότεροι των 3000 τοπικών σεισμών, και αφ’ ετέρου το κοινωνικό ενδιαφέρον είναι ακόμη πιο σημαντικό.

Αυτό πάντα συμβαίνει όταν παρατηρείται σεισμική έξαρση κοντά σε αστικά κέντρα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο την περίπτωση της Θήβας την εξετάσαμε δύο φορές στην Επιτροπή Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου, στις 21 Ιουλίου και στις 29 Σεπτεμβρίου του 2021. Εξάλλου, γνωρίζουμε ότι στην περιοχή έχουν γίνει στο παρελθόν μεγάλοι σεισμοί, γεγονός που υποδηλώνει ότι εκεί υπάρχει υψηλό σεισμικό δυναμικό. Επιπλέον, δεν πρέπει να μας διαφύγει ότι η ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας δε βρίσκεται πολύ μακριά από τη ζώνη ρηγμάτων της περιοχής της Θήβας. Πολλοί αναρωτιούνται αν σε ενδεχόμενο ισχυρό σεισμό από τη συγκεκριμένη περιοχή μπορεί να απειληθεί και η περιοχή της Αττικής.

Στη σύγχρονη επιστήμη ένα ιδιαίτερα λεπτό θέμα είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούμε δημοσίως αξιολογήσεις και αποτελέσματα που αφορούν σε φυσικούς κινδύνους. Αυτά τα σημαντικά ζητήματα επιβάλλεται να τα αναλύουμε με ψυχραιμία, προσήλωση στους κανόνες της επιστήμης και σεβασμό στις ανάγκες της κοινωνίας. Επιπλέον, επιβάλλεται να διακρίνουμε ξεκάθαρα τα όρια ανάμεσα στην ενημέρωση και την κινδυνολογία. Με οδηγό αυτούς τους κανόνες θα αναφερθούμε στη συνεχιζόμενη σεισμική δράση στη Θήβα υπό το φως των νέων επιστημονικών δεδομένων.

Η αξιολόγηση μιας σεισμικής δράσης σε «πραγματικό χρόνο», όταν δηλαδή αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν αποτελεί καθόλου εύκολη διαδικασία. Τα σεισμικά φαινόμενα είναι εξαιρετικά πολύπλοκα και παράλληλα οι γνώσεις μας ατελείς και οι αβεβαιότητες πολλές. Στην επιστημονική μου σταδιοδρομία έχω βρεθεί συχνά σε παρόμοιες καταστάσεις, όπως μετά τον καταστροφικό σεισμό της Πάρνηθας που έπληξε την πρωτεύουσα στις 7-9-1999, όταν με σταθερότητα έλεγα στα ΜΜΕ ότι ο κύριος σεισμός έγινε και ότι διανύουμε την περίοδο των μετασεισμών. Όπως και μετά τον ακόμη πιο καταστροφικό σεισμό της L’ Aquila (Κεντρική Ιταλία, 6-4-2009), όταν συμμετέχοντας σε διεθνή επιτροπή για την πρόγνωση των σεισμών, που τότε συγκρότησε η τότε Ιταλική Κυβέρνηση, μας ζητήθηκε να αξιολογήσουμε την πιθανότητα ισχυρότερου σεισμού, δεδομένου ότι είχε προγραμματιστεί η επόμενη συνάντηση των πολιτικών ηγετών της G7 να γίνει στη σεισμόπληκτη περιοχή.

Σε όλη την περίοδο από το περασμένο καλοκαίρι μέχρι τώρα ήμουν, και εξακολουθώ να είμαι, ιδιαίτερα επιφυλακτικός σε ό,τι αφορά στην εξέλιξη της σεισμικής δράσης στη Θήβα. Προ ολίγων ημερών είχαμε και πάλι ασχοληθεί με το θέμα αυτό δεδομένου ότι τα μεγέθη είχαν «ανέβει» στο 3,9. Στη συνέχεια δημοσιοποίησα την άποψη μου ότι οι «δείκτες σεισμικότητας» στη Θήβα έχουν «χειροτερέψει». Τρεις μέρες μετά ήρθε ο χθεσινός σεισμός μεγέθους 4,3 να επαληθεύσει το ότι οι δείκτες είχαν πράγματι «χειροτερέψει» και να επαναφέρει τους έντονους επιστημονικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς που λογικά προκύπτουν.

Ποιοι είναι, όμως, αυτοί οι δείκτες που μας καθοδηγούν στην αξιολόγηση της σεισμικής δράσης; Με απλά λόγια, πρόκειται κυρίως για δύο ποσοτικούς δείκτες. Ο πρώτος είναι ο ρυθμός σεισμικότητας, δηλαδή το πλήθος των σεισμών που γίνονται στη μονάδα του χρόνου, π.χ. σε μια μέρα. Ο δεύτερος δείκτης αναφέρεται στη σχετική αναλογία μεταξύ των μεγαλύτερων και των μικρότερων σεισμικών μεγεθών. Αυτή η αναλογία εκφράζεται από την παράμετρο b, η οποία αποτελεί την πιο θεμελιώδη παράμετρο στη σεισμολογία. Η συνήθης τιμή αυτής της παραμέτρου κυμαίνεται γύρω από τη μονάδα, αλλά συχνά εμφανίζει αποκλίσεις που οφείλονται τόσο στις μετρήσεις όσο και σε σεισμοτεκτονικά αίτια. Οι μετασεισμοί, οι οποίοι ακολουθούν έναν ισχυρό κύριο σεισμό σε ορισμένη περιοχή, κατά κανόνα έχουν παράμετρο b μεγαλύτερη της συνήθους τιμής στην ίδια περιοχή. Αντίθετα, οι προσεισμοί, οι οποίοι προηγούνται ενός κύριου σεισμού, χαρακτηρίζονται από πτώση της τιμής της παραμέτρου b σε σχέση με τη συνήθη τιμή στην ίδια περιοχή.

Η «επί τα χείρω» μεταβολή των δεικτών της σεισμικότητας στη Θήβα εξακολουθεί. Συγκεκριμένα, στο τελευταίο διάστημα έχει επιταχυνθεί η σεισμική δράση, δηλαδή έχει αυξηθεί ο ρυθμός σεισμικότητας. Από την άλλη μεριά, έχει αυξηθεί και η γένεση πιο ισχυρών σεισμών (με μεγέθη από 3,7 έως 4,3) σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Αυτό έχει οδηγήσει σε πτώση της τιμής της παραμέτρου b. Τέτοιου τύπου μεταβολές της σεισμικότητας συνήθως αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προσεισμών, όπως προκύπτει από πληθώρα σχετικών μελετών σε πολλές περιοχές του πλανήτη μας. Με τους συνεργάτες μου έχουμε μελετήσει πολλές προσεισμικές ακολουθίες στην Ελλάδα, την Ιαπωνία, την Ιταλία, τη Χιλή και αλλού. Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι κατά κανόνα παρόντα στις προσεισμικές ακολουθίες. Γνωρίζουμε ακόμη ότι τα γνωρίσματα αυτά δεν έχουν μόνο στατιστική σημασία αλλά και ότι οφείλονται σε συγκεκριμένες γεωφυσικές διαδικασίες.

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2021 είχαμε σχετικώς λίγα επιστημονικά δεδομένα. Σήμερα, τα επιστημονικά στοιχεία για την εξελισσόμενη σεισμική δράση στην περιοχή της Θήβας είναι πολυπληθέστερα και τα αποτελέσματα περισσότερο εύγλωττα. Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα: η «επί τα χείρω» μεταβολή των δεικτών σεισμικότητας στη Θήβα προδικάζει με βεβαιότητα τη γένεση ακόμη μεγαλύτερου σεισμού; Στη σεισμολογία σχεδόν ποτέ δε μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι. Το συγκεκριμένο ενδεχόμενο, όμως, παραμένει ανοιχτό με σημαντική πιθανότητα, δεδομένου ότι η σεισμική δράση εμφανίζει τα γνωρίσματα των προσεισμικών ακολουθιών.

Ένα εναλλακτικό σενάριο είναι εκείνο της σμηνοσειράς, δηλαδή μιας ακολουθίας σεισμών στην οποία δεν υπάρχει κάποιος που να είναι κύριος, δηλαδή να έχει μέγεθος σημαντικά μεγαλύτερο από τα μεγέθη όλων των άλλων σεισμών της ίδιας ακολουθίας. Αυτή η περίπτωση δεν αποκλείεται. Προς το παρόν, πράγματι δεν έχουμε ισχυρό κύριο σεισμό και αυτό το γεγονός είναι υπέρ του ενδεχομένου της σμηνοσειράς. Όμως, στις σμηνοσειρές συνήθως δεν έχουμε πτώση της παραμέτρου b,αλλά αύξησή της πάνω από τη συνήθη τιμή στην ίδια περιοχή. Συνεπώς και αυτή η περίπτωση παραμένει εξαιρετικά αβέβαιη.

Είναι χρήσιμη η αναφορά στην περίπτωση του Αρκαλοχωρίου Κρήτης προκειμένου να γίνει καλύτερα αντιληπτός ο προβληματισμός σχετικά με την τρέχουσα σεισμικότητα της Θήβας. Στο Αρκαλοχώρι η σεισμική δράση ξεκίνησε στις αρχές Ιουνίου του 2021 και κατέληξε σε ισχυρό και καταστροφικό σεισμό μεγέθους 6,0 στις 27 Σεπτεμβρίου του 2021. Στο τετράμηνο που μεσολάβησε είχαμε αυξημένο ρυθμό σεισμικότητας και σημαντική πτώση της παραμέτρου b. Δηλαδή, είχαμε μια τυπική περίπτωση προσεισμών, την οποία υποψιαζόμασταν τότε που βρισκόταν σε εξέλιξη, αλλά με μεγάλη αβεβαιότητα. Μόνο τώρα που έχει λήξει προ πολλού η προσεισμική δράση, και βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη η μετασεισμική ακολουθία, μπορούμε να δούμε καθαρά τον προσεισμικό χαρακτήρα των σεισμών του τετραμήνου Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2021 στο Αρκαλοχώρι.

Στην εξελισσόμενη σεισμική δράση της Θήβας έχουμε μια όχι πρωτόγνωρη, αλλά σίγουρα ασυνήθη κατάσταση, όπου για μεγάλο χρονικό διάστημα αδυνατούμε να αποφανθούμε με σημαντική βεβαιότητα για τη φύση της σεισμικής δράσης. Προσεισμοί ή σμήνος σεισμών; Εκείνο που οφείλουμε να κάνουμε είναι η συνεχής ανανέωση των αποτελεσμάτων μας ώστε να επικαιροποιείται συνεχώς η εικόνα που έχουμε για την εξελισσόμενη σεισμική δράση. Από την άλλη μεριά, οι τοπικές αρχές οφείλουν να εντείνουν το πρόγραμμα λήψης προληπτικών μέτρων σύμφωνα με τις οδηγίες της Επιτροπής Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου, του ΟΑΣΠ και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας.

Ένα ερώτημα που μου θέτουν πολλοί, είτε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είτε σε απ’ ευθείας συζητήσεις, είναι το κατά πόσο ένας ενδεχόμενος ισχυρός σεισμός στη Θήβα θα μπορούσε να επιδράσει αρνητικά στην περιοχή της πρωτεύουσας και γενικότερα της Αττικής. Για να προσεγγίσουμε ένα θέμα τέτοιας υψηλής κοινωνικής σημασίας θα πρέπει να δούμε πολλές παραμέτρους που υπεισέρχονται στην εξέτασή του. Αν λάβουμε υπόψη ιστορικούς ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν την περιοχή της Θήβας το 1853, το 1893 και ξανά το 1914, με μεγέθη κυμαινόμενα από 6,2 έως 6,7, θα διαπιστώσουμε ότι οι σεισμοί επιδράσανε ελάχιστα στην Αθήνα. Όμως, ας μην μας διαφεύγει ότι η τότε πολύ μικρή σε ανάπτυξη Αθήνα ουδεμία σχέση έχει με τη σημερινή μεγαλούπολη. Και αυτό ισχύει γενικότερα για την Αττική. Ένας άλλος τρόπος σκέψης είναι να εξετάσουμε την περίπτωση του σεισμού των Αλκυονίδων μεγέθους 6,7, ο οποίος έπληξε την Κορινθία και τη Βοιωτία στις 24 Φεβρουαρίου του 1981. Το παράδειγμα αυτό είναι χρήσιμο γιατί εκείνος ο σεισμός είχε εστία σε απόσταση περίπου 70 χλμ. από το κέντρο της Αθήνας. Τόση είναι περίπου και η απόσταση των μεγάλων ρηγμάτων της περιοχής της Θήβας από πολλές περιοχές της Αττικής. Ο σεισμός του 1981 δεν προκάλεσε σημαντικά καταστροφικά αποτελέσματα στην Αττική και την Αθήνα, κυρίως λόγω της απόστασης. Υπήρξαν, όμως, βλάβες σε πολυκατοικίες και άλλα κτίσματα ορισμένων περιοχών, όπως το Περιστέρι, ο Άγιος Ιωάννης ο Ρέντης και η ρεματιά του Χαλανδρίου, λόγω δυσμενών τοπικών εδαφικών συνθηκών.

Η ανάλυση της σεισμικότητας στην περιοχή της Θήβας υποδεικνύει ότι η περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένου σεισμικού κινδύνου. Από επιχειρησιακή άποψη αυτό ήταν το νόημα του πορίσματος και των δύο συνεδριάσεων της Επιτροπής Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου το περασμένο καλοκαίρι. Τότε, παρά τα λίγα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της, η Επιτροπή συνέστησε ομόφωνα την επείγουσα λήψη προληπτικών μέτρων εκ μέρους των τοπικών αρχών με στόχο τη μείωση του σεισμικού κινδύνου. Δηλαδή, η Επιτροπή, ορθά πράττοντας, έλαβε υπόψη της το χειρότερο σενάριο και απέφυγε την εύκολη λύση του εφησυχασμού.
Στο επόμενο διάστημα επιβάλλεται όχι εφησυχασμός αλλά εγρήγορση, δηλαδή αφ’ ενός συνεχής επιστημονική ανάλυση και αξιολόγηση και αφ’ ετέρου λήψη πρόσθετων μέτρων αντισεισμικής προστασίας.

(Ο Δρ Γεράσιμος Α. Παπαδόπουλος είναι Σεισμολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης ΕΕ και UNESCO, Μέλος της Επιτροπής Εκτίμησης Σεισμικού Κινδύνου, Συγγραφέας του βιβλίου «Στα Μονοπάτια του Εγκέλαδου», Εκδόσεις Οσελότος, Ιούνιος 2021)

Πηγή:ieidiseis.gr

Σχετικά